Η παραίτηση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), Κριστίν Λαγκάρντ, τον Φεβρουάριο του 2027, οκτώ μήνες προτού ολοκληρωθεί η θητεία της, δεν αποτελεί έκπληξη. Η πιθανότητα πρόωρης αποχώρησής της από την κορυφαία θέση της ΕΚΤ είχε διαφανεί εδώ και καιρό, και η χρονική στιγμή της απόφασης φαίνεται να συνδέεται άμεσα με τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, που θα διεξαχθούν τον επόμενο Απρίλιο.
Παράλληλα, οι διαδικασίες για την επιλογή του διαδόχου της έχουν ήδη ξεκινήσει, με την άτυπη μάχη για την ηγεσία της ΕΚΤ να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη εδώ και μήνες. Ανάμεσα στους βασικούς υποψηφίους συγκαταλέγονται ο Ισπανός Πάμπλο Ερνάντες ντε Κος και ο Ολλανδός Κλάας Κνοτ. Σύμφωνα με τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, η τελική απόφαση για τον νέο πρόεδρο αναμένεται να ληφθεί πριν από το τέλος του τρέχοντος έτους.
Κριστίν Λαγκάρντ: Το παρασκήνιο της αποχώρησης και η σχέση με τις γαλλικές εκλογές
Δημοσιεύματα που κυκλοφόρησαν τον χειμώνα ανέφεραν ότι στη Λαγκάρντ είχε προταθεί η ηγεσία του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (World Economic Forum), γνωστού και ως Φόρουμ του Νταβός, με έδρα το ελβετικό θέρετρο όπου πραγματοποιούνται οι ετήσιες σύνοδοι του οργανισμού.
Άλλες πηγές ανέφεραν στη συνέχεια ότι η Λαγκάρντ σχεδίαζε να παραιτηθεί πριν από τις γαλλικές εκλογές, ώστε η διαδικασία επιλογής του διαδόχου της να μην επηρεαστεί από τα αποτελέσματα και το ενδεχόμενο επικράτησης της ακροδεξιάς.
Η ίδια είχε διαψεύσει την πιθανότητα να είναι υποψήφια στις γαλλικές εκλογές. Ωστόσο, σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε την περασμένη Πέμπτη, μετά τη συνεδρίαση της ΕΚΤ, εξέφρασε την επιθυμία της για μεγαλύτερη ελευθερία να τοποθετείται δημόσια σε ζητήματα πέραν της νομισματικής πολιτικής. Εξήγησε ότι η ιδιότητά της ως προέδρου της ΕΚΤ την υποχρέωνε να διατηρεί ουδέτερη στάση σε πολλά πολιτικά και οικονομικά θέματα.
Η ΕΚΤ ως πυλώνας σταθερότητας σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας
Σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή οικονομία αντιμετωπίζει σημαντικές πιέσεις από τους πολέμους στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία, καθώς και από τον αυξανόμενο ανταγωνισμό μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, ο ρόλος της ΕΚΤ ως πυλώνας σταθερότητας είναι ακόμη πιο κρίσιμος.
Η ΕΚΤ συγκαταλέγεται στις πιο ανεξάρτητες κεντρικές τράπεζες διεθνώς, με πρωταρχικό στόχο τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών. Υπό την ηγεσία της Λαγκάρντ, η τράπεζα κατάφερε να αντιμετωπίσει το πληθωριστικό σοκ της περιόδου 2021-2022 και να οδηγήσει σταδιακά τον πληθωρισμό κοντά στον στόχο του 2%.
Οι σημαντικότεροι σταθμοί της θητείας της Λαγκάρντ
Η θητεία της Κριστίν Λαγκάρντ στην προεδρία της ΕΚΤ, η οποία ξεκίνησε την 1η Νοεμβρίου 2019, χαρακτηρίστηκε από διαδοχικές κρίσεις και σημαντικές αλλαγές στη νομισματική πολιτική. Ως η πρώτη γυναίκα επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας της ευρωζώνης, κλήθηκε να διαχειριστεί την πανδημία, την ενεργειακή κρίση μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και την ισχυρότερη πληθωριστική έξαρση στην ιστορία του ευρώ.
Η πρώτη μεγάλη πρόκληση ήρθε τον Μάρτιο του 2020, με την πανδημία του κορονοϊού. Η ΕΚΤ προχώρησε στη δημιουργία του έκτακτου προγράμματος αγοράς περιουσιακών στοιχείων PEPP, το οποίο ξεκίνησε με αρχικό προϋπολογισμό 750 δισ. ευρώ και επεκτάθηκε σταδιακά στα 1,85 τρισ. ευρώ. Το πρόγραμμα συνέβαλε στην σταθεροποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών και στη διατήρηση ευνοϊκών συνθηκών χρηματοδότησης για τις οικονομίες της ευρωζώνης.
Ένας ακόμη σημαντικός σταθμός ήταν η αναθεώρηση της στρατηγικής νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ το 2021, με την υιοθέτηση ενός συμμετρικού στόχου πληθωρισμού 2%, αντί της προηγούμενης διατύπωσης για πληθωρισμό «κάτω αλλά κοντά στο 2%».
Η μεγαλύτερη πρόκληση, ωστόσο, εμφανίστηκε το 2022, όταν η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας και οι αναταραχές που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία οδήγησαν τον πληθωρισμό σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Τον Ιούλιο του 2022, η ΕΚΤ προέβη στην πρώτη αύξηση των επιτοκίων της έπειτα από έντεκα χρόνια, εγκαινιάζοντας τον ταχύτερο κύκλο νομισματικής σύσφιγξης στην ιστορία της. Από τον Ιούλιο του 2022 έως τον Σεπτέμβριο του 2023, τα βασικά επιτόκια αυξήθηκαν συνολικά κατά 450 μονάδες βάσης.
Παρά τις επικρίσεις για την καθυστέρηση στην έναρξη των αυξήσεων των επιτοκίων το 2022, η περιοριστική νομισματική πολιτική συνέβαλε στη σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Ως αποτέλεσμα, τον Ιούνιο του 2024, η ΕΚΤ ξεκίνησε τη μείωση των επιτοκίων, εγκαινιάζοντας έναν νέο κύκλο νομισματικής χαλάρωσης. Η διαδικασία συνεχίστηκε το 2025, με το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων να υποχωρεί στο 2% τον Ιούνιο, καθώς ο πληθωρισμός επέστρεψε κοντά στον μεσοπρόθεσμο στόχο της κεντρικής τράπεζας.
Ένα σημαντικό κεφάλαιο της θητείας της αποτέλεσε επίσης η προώθηση του ψηφιακού ευρώ. Υπό την προεδρία της, η ΕΚΤ ξεκίνησε το 2021 τη διερευνητική φάση του σχεδίου και το 2023 προχώρησε στη φάση προετοιμασίας, επιδιώκοντας να ενισχύσει τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης στον τομέα των πληρωμών. Ωστόσο, η τελική απόφαση για την έκδοση του ψηφιακού ευρώ παραμένει εκκρεμής.
Η Λαγκάρντ ανέλαβε τα ηνία της ΕΚΤ χωρίς ακαδημαϊκό υπόβαθρο στα οικονομικά. Ωστόσο, η γενικότερη αποτίμηση της θητείας της είναι ότι κατάφερε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του ρόλου, να διαχειριστεί διαδοχικές κρίσεις και να εξασφαλίσει συναινέσεις στο διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας, αξιοποιώντας την πολιτική της εμπειρία.
Η αποχώρησή της σηματοδοτεί το τέλος μιας περιόδου κατά την οποία η ΕΚΤ πέρασε από τα έκτακτα μέτρα στήριξης της οικονομίας στη ραγδαία αύξηση των επιτοκίων και, στη συνέχεια, στη σταδιακή χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Σε όλη αυτή τη διαδρομή, η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών παρέμεινε η βασική της προτεραιότητα.
Οι νέες προκλήσεις για τον διάδοχο της Λαγκάρντ
Το περιβάλλον αποκλιμάκωσης των πληθωριστικών πιέσεων ανατράπηκε, ωστόσο, από τον πόλεμο στο Ιράν, επαναφέροντας τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη σε ανοδική τροχιά. Αν και το νέο κύμα ανατιμήσεων είναι ηπιότερο σε σχέση με εκείνο πριν από τέσσερα χρόνια, αποτελεί σημαντική πρόκληση για τον επόμενο πρόεδρο της ΕΚΤ.
Οι νέες πληθωριστικές πιέσεις οδήγησαν την ΕΚΤ στην επανέναρξη των αυξήσεων των επιτοκίων το 2026, με το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων να διαμορφώνεται στο 2,5% τον Οκτώβριο. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει το δύσκολο έργο που περιμένει τη νέα ηγεσία της κεντρικής τράπεζας: να συγκρατήσει τον πληθωρισμό χωρίς να επιβαρύνει υπέρμετρα την οικονομική δραστηριότητα.
Στις προκλήσεις αυτές προστίθεται η κρίση στην αγορά των γαλλικών ομολόγων, η οποία εντείνει τις ανησυχίες για τη δημοσιονομική σταθερότητα της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της ευρωζώνης.
Οι δύο βασικοί διεκδικητές της προεδρίας της ΕΚΤ
Οι δύο επικρατέστεροι υποψήφιοι για τη διαδοχή της Λαγκάρντ διαθέτουν σημαντική εμπειρία στον χώρο των κεντρικών τραπεζών.
Ο Πάμπλο Ερνάντες ντε Κος είναι γενικός διευθυντής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS), ενώ στο παρελθόν διετέλεσε διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ισπανίας. Από την πλευρά του, ο Κλάας Κνοτ διετέλεσε πρόεδρος της ολλανδικής κεντρικής τράπεζας από το 2011 έως το 2025.
Ο επόμενος πρόεδρος της ΕΚΤ θα κληθεί να διαχειριστεί ένα σύνθετο οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον, διαφυλάσσοντας την αξιοπιστία και την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας. Θα πρέπει, παράλληλα, να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη αντιμετώπισης των πληθωριστικών πιέσεων και στην προστασία της οικονομικής δραστηριότητας, σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με σημαντικές προκλήσεις.
