Σημαντική πολιτική μεταστροφή σηματοδοτεί η έγκριση του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης, επαναφέροντας στο προσκήνιο τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Έπειτα από έξι χρόνια απορριπτικής στάσης απέναντι στη συμφωνία του 2019, η Βεγγάζη επιλέγει στενότερη προσέγγιση με την Άγκυρα. Η εξέλιξη έρχεται να καταδείξει αμφιλεγόμενες κινήσεις που δεν συνάδουν με το Διεθνές Δίκαιο και υποδηλώνει την προσπάθεια της Τουρκίας, σε μία κίνηση εκνευρισμού, να εδραιώσει όχι μόνο την επιρροή της σε ολόκληρη τη Λιβύη αλλά και να απαντήσει, κατά τον γνωστό προκλητικό τρόπο, στις εργασίες πόντισης του καλωδίου και στις σεισμικές έρευνες της Chevron.
Το κρίσιμο ερώτημα για την Αθήνα είναι εάν η κοινοβουλευτική αυτή απόφαση θα παραμείνει ένα πολιτικό και επικοινωνιακό μήνυμα της Άγκυρας ή εάν θα αποτελέσει την αφετηρία για νέες κινήσεις που θα επηρεάσουν τους συσχετισμούς ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο. Ήδη οι αντιδράσεις σε βάρος της απόφασης της λιβυκής βουλής να κυρώσει το μνημόνιο ήταν σφοδρές από τις Βρυξέλλες, όπως φάνηκε από τις δηλώσεις της Κομισιόν, ενώ ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης επικοινώνησε με τους ομολόγους του σε Κύπρο και Αίγυπτο και διεμήνυσε πως το σύμφωνο δεν πρόκειται να εφαρμοστεί.
Τι προβλέπει το τουρκολιβυκό μνημόνιο
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο θαλάσσιας οριοθέτησης υπογράφηκε στις 27 Νοεμβρίου 2019 στην Κωνσταντινούπολη, μεταξύ της Τουρκίας και της τότε Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης, με επικεφαλής τον Φάγεζ αλ Σάρατζ. Προβλέπει την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών μεταξύ των δύο χωρών, περιλαμβανομένης της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ).
Η συμφωνία αποτέλεσε εξαρχής αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης, καθώς χαράσσει μια γραμμή οριοθέτησης μεταξύ των τουρκικών και των λιβυκών ακτών, αγνοώντας – σε αντίθεση με όσα προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο – την επήρεια ελληνικών νησιών, όπως η Κρήτη, η Κάρπαθος, η Ρόδος και άλλα νησιωτικά συμπλέγματα. Η Αθήνα τονίζει ότι η συμφωνία παραβιάζει τα κυριαρχικά της δικαιώματα και τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, καθώς τα νησιά διαθέτουν δικαίωμα σε θαλάσσιες ζώνες σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Η ελληνική αντίδραση αφορά, ειδικότερα, την αμφισβήτηση της επήρειας των ελληνικών νησιών και την προβολή μιας διαφορετικής αντίληψης για τα όρια των θαλάσσιων δικαιωμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Ελλάδα, η Αίγυπτος και άλλες χώρες της περιοχής έχουν απορρίψει τη συμφωνία. Το ενδιαφέρον όμως εστιάζεται και στο παρασκήνιο.
Το παρασκήνιο της ανατροπής πίσω από τη συμφωνία
Η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή προέρχεται από ένα πολιτικό στρατόπεδο που επί χρόνια διατηρούσε αποστάσεις από την Άγκυρα και απέρριπτε τη συμφωνία. Το 2020, το λιβυκό κοινοβούλιο είχε απορρίψει τα μνημόνια συνεργασίας με την Τουρκία και είχε αποφασίσει τη διακοπή των πολιτικών σχέσεων μαζί της. Με τη νέα απόφαση, ανατρέπει εκείνη τη στάση, ακυρώνοντας τις προηγούμενες σχετικές αποφάσεις.
Καθοριστικό στοιχείο του παρασκηνίου είναι η αλλαγή στην ηγεσία του κοινοβουλίου. Ο Αγκίλα Σάλεχ, ο οποίος βρισκόταν επί περίπου δώδεκα χρόνια στην προεδρία του σώματος και είχε επανειλημμένα αρνηθεί να κυρώσει το μνημόνιο, απομακρύνθηκε από τη θέση του και αντικαταστάθηκε από τον Αλ-Σαλχίν Αμπντελνάμπι αλ-Ομπέιντι. Η χρονική εγγύτητα των δύο εξελίξεων είναι ενδεικτική της μεταβαλλόμενης πολιτικής ισορροπίας στη Βεγγάζη, χωρίς, ωστόσο, να αποδεικνύει ότι η αλλαγή ηγεσίας αποτέλεσε από μόνη της την αιτία της ανατροπής.
Πίσω από αυτή τη μεταστροφή βρίσκεται η ευρύτερη προσπάθεια της Τουρκίας να μεταβάλει τις σχέσεις της με το ανατολικό λιβυκό στρατόπεδο. Η Άγκυρα είχε οικοδομήσει από το 2019 στενούς δεσμούς με την πολιτική ηγεσία της δυτικής Λιβύης, με έδρα την Τρίπολη. Τα τελευταία χρόνια, όμως, επιδιώκει να επεκτείνει την παρουσία της και στην ανατολική πλευρά της χώρας, όπου διατηρεί ισχυρή επιρροή ο στρατάρχης Χαλίφα Χαφτάρ και το οικογενειακό και στρατιωτικό του περιβάλλον.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, η Τουρκία φέρεται να άσκησε πιέσεις για την εξασφάλιση της κοινοβουλευτικής έγκρισης, ακόμη και αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να επανεξετάσει τη στήριξή της προς το στρατόπεδο Χαφτάρ.
Γιατί η Τουρκία επιδιώκει να ελέγξει το σύνολο του λιβυκού πεδίου
Η Τουρκία έχει επενδύσει σημαντικούς πόρους στη Λιβύη και έχει προσφέρει στρατιωτική βοήθεια στο περιβάλλον του Χαλίφα Χαφτάρ και στους γιους του. Παράλληλα, έχει συμβάλει στη διαμόρφωση μιας λειτουργικής φόρμουλας συνύπαρξης μεταξύ των αντίπαλων πλευρών, επιχειρώντας να εξασφαλίσει σχέσεις συνεργασίας τόσο με την Τρίπολη όσο και με τη Βεγγάζη.
Η Τουρκία επιδιώκει, έτσι, να καταστεί συνομιλητής και παράγοντας επιρροής σε όλα τα κέντρα λήψης αποφάσεων της Λιβύης. Με αυτόν τον τρόπο, αποκτά τη δυνατότητα να προωθεί τις επιδιώξεις της ανεξάρτητα από το ποια πλευρά ενισχύεται σε μια δεδομένη χρονική στιγμή.
Εφόσον η Άγκυρα διατηρεί διαύλους με διαφορετικά κέντρα ισχύος, το μνημόνιο μπορεί να παραμένει ενεργό ως πολιτικό εργαλείο ακόμη και σε ένα περιβάλλον εσωτερικών ανακατατάξεων.
Η χρονική συγκυρία: Ενέργεια, Ανατολική Μεσόγειος και περιφερειακοί ανταγωνισμοί
Η επικύρωση αποκτά βαρύνουσα σημασία λόγω της χρονικής συγκυρίας στην οποία πραγματοποιείται. Η Ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται εκ νέου στο επίκεντρο ενεργειακών σχεδιασμών και γεωπολιτικών ανταγωνισμών, με τις έρευνες νότια της Κρήτης και τη δραστηριοποίηση της Chevron στην περιοχή να ενισχύουν το ενδιαφέρον για τις θαλάσσιες ζώνες και τους ενεργειακούς πόρους.
Σε αυτό το περιβάλλον, η επαναφορά του τουρκολιβυκού μνημονίου στο προσκήνιο δεν είναι ουδέτερη εξέλιξη. Το ζήτημα συνδέεται άμεσα με την προώθηση ενεργειακών έργων και με την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου τη στιγμή που δημιουργείται ένα ιδιαίτερο γεωπολιτικό σκηνικό.
Η απόφαση του λιβυκού κοινοβουλίου δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το μνημόνιο αποκτά διεθνή νομική ισχύ έναντι τρίτων χωρών ή ότι αίρονται οι αντιρρήσεις της Ελλάδας.
Η έγκριση, ειδικότερα, έχει συμβολική σημασία, καθώς ενισχύει τη θέση της συμφωνίας στο εσωτερικό της Λιβύης. Αυτό σημαίνει ότι η απόφαση μπορεί να μην αλλάζει το νομικό καθεστώς των θαλάσσιων ζωνών, μεταβάλλει, ωστόσο, το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η Τουρκία προβάλλει τις διεκδικήσεις της.
Η ελληνική και ευρωπαϊκή αντίθεση στο τουρκολιβυκό μνημόνιο εντάσσεται σε μια ευρύτερη ανησυχία για την τήρηση του διεθνούς δικαίου και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα έχει απορρίψει επανειλημμένα τη συμφωνία, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εκφράσει την αντίθεσή της στο περιεχόμενο του μνημονίου και έχει επισημάνει ότι αυτό δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα για τρίτα κράτη.
