Οίκος S&P Global Ratings επιβεβαιώνει την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας στο BBB με σταθερές προοπτικές

Δυτικά Προάστια Team

Ο οίκος S&P Global Ratings επιβεβαίωσε την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας στην βαθμίδα BBB, διατηρώντας αμετάβλητες τις προοπτικές της χώρας. Ο αμερικανικός οίκος αξιολόγησης διατήρησε σταθερές τις αξιολογήσεις για το μακροπρόθεσμο και το βραχυπρόθεσμο αξιόχρεο, τόσο σε εγχώριο όσο και σε ξένο νόμισμα. Στην αποτίμηση της S&P, ξεχωρίζουν η ισχυρή δημοσιονομική εικόνα και η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο, το υψηλό χρέος και οι εξωτερικές ανισορροπίες παραμένουν παράγοντες που επιβαρύνουν το πιστοληπτικό προφίλ της Ελλάδας.

Διαβάστε: DBRS: Στο 1,8% η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το 2026 και το 2027

Πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να ξεπεράσει τους αρχικούς στόχους

Σύμφωνα με τον οίκο, το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να φτάσει το 3,8% του ΑΕΠ το 2026, υπερβαίνοντας σημαντικά τους αρχικούς στόχους της κυβέρνησης. Η δημοσιονομική υπεραπόδοση αποδίδεται στην αύξηση των φορολογικών εσόδων, την υποχώρηση της ανεργίας και τις μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν τη φορολογική συμμόρφωση. Η βελτίωση αυτή συντελείται παράλληλα με την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων. Η S&P εκτιμά ότι η συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, σε συνδυασμό με την ονομαστική ανάπτυξη της οικονομίας, θα συμβάλει στην περαιτέρω αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Ωστόσο, επισημαίνει ότι οι υψηλές εξωτερικές ανισορροπίες και το μεγάλο απόθεμα εξωτερικού και δημόσιου χρέους συνεχίζουν να επιβαρύνουν την πιστοληπτική εικόνα της χώρας. Παρά τις διαδοχικές εξωτερικές διαταραχές, η ελληνική οικονομία επιδεικνύει ανθεκτικότητα, με τον τουρισμό και τις επενδύσεις να λειτουργούν ως βασικοί πυλώνες ανάπτυξης. Οι αναπτυξιακές προοπτικές παραμένουν θετικές, καθώς το επενδυτικό πρόγραμμα διατηρεί τη δυναμική του, ακόμη και ενόψει της ολοκλήρωσης του Ταμείου Ανάκαμψης.

Δείτε ΕΔΩ ολόκληρη την αξιολόγηση της S&P Global Ratings

Υπεραπόδοση των δημοσιονομικών στόχων και πρωτογενές πλεόνασμα 3,8%

Η S&P εκτιμά ότι η δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας θα υπερβεί εκ νέου τους στόχους για το 2026. Σύμφωνα με τα στοιχεία έως τον Αύγουστο, ο κρατικός προϋπολογισμός εμφάνιζε υπεραπόδοση περίπου 1,1 δισ. ευρώ έναντι του στόχου, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στην αύξηση των εσόδων από τον ΦΠΑ, στην ισχυρή τουριστική δραστηριότητα, στη μείωση της ανεργίας και στην αποτελεσματικότερη είσπραξη φόρων. Οι συνολικές ενοποιημένες φορολογικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 7,6% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, ενώ σημαντική συμβολή είχαν και τα μέτρα για την ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης, μεταξύ των οποίων η επέκταση της ψηφιακής κάρτας εργασίας.

Με βάση τα παραπάνω, ο οίκος προβλέπει ότι το ενοποιημένο ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης θα εμφανίσει πλεόνασμα 0,8% του ΑΕΠ το 2026, έναντι αρχικής κυβερνητικής πρόβλεψης για έλλειμμα 0,1% του ΑΕΠ. Το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται ότι θα φθάσει στο 3,8% του ΑΕΠ, περίπου μία ποσοστιαία μονάδα υψηλότερα από τον αρχικό στόχο. Η επίδοση αυτή καταγράφεται παρά την αύξηση των δαπανών, η οποία συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με την επιτάχυνση των δημόσιων επενδύσεων και την ολοκλήρωση έργων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Για την περίοδο 2027-2029, η S&P προβλέπει ότι το συνολικό δημοσιονομικό ισοζύγιο θα παραμείνει πλεονασματικό, κατά μέσο όρο στο 0,2% του ΑΕΠ, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 3,2% του ΑΕΠ. Ο οίκος εκτιμά ότι η Ελλάδα θα διατηρήσει τη δημοσιονομική της πειθαρχία, παρά τις αυξημένες ανάγκες για στήριξη των εισοδημάτων των νοικοκυριών και για δημόσιες επενδύσεις. Στην κατεύθυνση αυτή συμβάλλει και το σχετικά περιορισμένο περιθώριο για πρόσθετες αμυντικές δαπάνες σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των τριών μελών του ΝΑΤΟ που διατηρούν σταθερά τις αμυντικές δαπάνες πάνω από το 2% του ΑΕΠ από το 2014.

Αποκλιμάκωση του χρέους στο 107% του ΑΕΠ έως το 2029

Η σταδιακή μείωση του δημόσιου χρέους αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που στηρίζουν την αξιολόγηση της Ελλάδας. Η S&P εκτιμά ότι το καθαρό χρέος της γενικής κυβέρνησης, αφού αφαιρεθούν τα ρευστά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, θα υποχωρήσει στο 123% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2026. Το ποσοστό αυτό είναι περίπου 40 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από το επίπεδο στο οποίο βρισκόταν το 2019. Για το τέλος του 2029, ο οίκος προβλέπει περαιτέρω αποκλιμάκωση στο 107% του ΑΕΠ. Η εξέλιξη στηρίζεται στη διατήρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων, στην αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ και στη συνεχιζόμενη δημοσιονομική προσαρμογή. Μάλιστα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της S&P, το καθαρό χρέος της Ελλάδας αναμένεται να υποχωρήσει κάτω από το αντίστοιχο της Ιταλίας, το οποίο προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 132% του ΑΕΠ το 2026.

Παρά το υψηλό επίπεδο του χρέους, ο οίκος επισημαίνει ότι η διάρθρωσή του παραμένει ευνοϊκή. Η σταθμισμένη μέση διάρκεια αποπληρωμής ανέρχεται σε περίπου 18,3 έτη, ενώ το μέσο ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης, μετά τις πράξεις ανταλλαγής επιτοκίων, διαμορφώνεται μόλις στο 1,9%. Τα χαρακτηριστικά αυτά περιορίζουν την έκθεση της χώρας στις μεταβολές των επιτοκίων και ενισχύουν την ανθεκτικότητα της διαχείρισης του δημόσιου χρέους. Παράλληλα, τα ταμειακά διαθέσιμα του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους αναμένεται να ανέλθουν σε περίπου 33 δισ. ευρώ στο τέλος του 2026, ποσό που αντιστοιχεί στο 12,4% του ΑΕΠ.

Ανάπτυξη 2,1% την περίοδο 2027-2029 με κινητήριους μοχλούς τουρισμό και επενδύσεις

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει ανθεκτικότητα, παρά τις διεθνείς αβεβαιότητες και τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης που συνδέεται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με την S&P, η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 1,9% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο του 2026, παραμένοντας κοντά στο 2% του πρώτου τριμήνου. Η επίδοση αυτή υποδηλώνει ότι, μέχρι στιγμής, οι επιπτώσεις από την αύξηση των ενεργειακών τιμών δεν έχουν οδηγήσει σε ουσιαστική επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει ο τουρισμός. Οι διεθνείς αφίξεις αυξήθηκαν κατά 14,7% στο πρώτο εξάμηνο του έτους έως τον Ιούνιο, ενώ οι επενδύσεις που συνδέονται με έργα του Ταμείου Ανάκαμψης και οι ανθεκτικές εξαγωγές αγαθών αντισταθμίζουν εν μέρει τις πιέσεις στην κατανάλωση των νοικοκυριών.

Θετική ένδειξη αποτελεί και η πορεία της αγοράς εργασίας, καθώς η εποχικά προσαρμοσμένη ανεργία υποχώρησε στο 7,4% τον Αύγουστο, στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 18 ετών. Για την περίοδο 2027-2029, η S&P προβλέπει ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτύσσεται με μέσο ετήσιο ρυθμό 2,1%. Στηρίζει την εκτίμησή της στη συνέχιση της επενδυτικής δραστηριότητας, στην αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων και στην αύξηση των εθνικών κονδυλίων για δημόσιες επενδύσεις. Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δεν αναμένεται, σύμφωνα με τον οίκο, να οδηγήσει σε απότομη διακοπή της επενδυτικής δραστηριότητας. Οι εκταμιεύσεις του προγράμματος ολοκληρώνονται έως το τέλος του 2026, ωστόσο η υλοποίηση των έργων θα συνεχιστεί και το 2027 και το 2028, ενώ η Ελλάδα αναμένεται να στραφεί περισσότερο σε άλλες διαθέσιμες πηγές ευρωπαϊκής χρηματοδότησης. Η S&P επισημαίνει ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας αναμένεται να φθάσει τα 35.100 δολάρια το 2029, αντιστοιχώντας περίπου στο 55% του μέσου όρου της ΕΕ, από 47% το 2019.

Τα διαρθρωτικά προβλήματα και το δημογραφικό

Παρά τη βελτίωση των οικονομικών και δημοσιονομικών μεγεθών, η S&P υπογραμμίζει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά διαρθρωτικά εμπόδια που περιορίζουν το αναπτυξιακό δυναμικό της χώρας. Οι μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών έχουν συμβάλει στη βελτίωση της λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος και της αγοράς εργασίας, καθώς και στη δημιουργία πιο βιώσιμων δημοσιονομικών συνθηκών. Ωστόσο, η πρόοδος στις μεταρρυθμίσεις των αγορών προϊόντων παραμένει πιο περιορισμένη, ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν προκλήσεις σε τομείς όπως η αντίληψη για τη διαφθορά.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο δημογραφικό πρόβλημα. Ο πληθυσμός της Ελλάδας έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 6% από το 2011, εξαιτίας της υποχώρησης των γεννήσεων τις προηγούμενες δεκαετίες και του κύματος μετανάστευσης που ακολούθησε την κρίση χρέους. Η Ελλάδα είναι πλέον η τέταρτη γηραιότερη χώρα της ΕΕ, ενώ, σύμφωνα με τις προβολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που επικαλείται ο οίκος, έως το 2050 το ποσοστό του πληθυσμού άνω των 65 ετών θα είναι το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να επιβαρύνει τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, περιορίζοντας το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό. Οι μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα έχουν περιορίσει τον δημοσιονομικό αντίκτυπο της γήρανσης του πληθυσμού, ωστόσο δεν είναι ακόμη σαφές κατά πόσο οι πρόσφατες φορολογικές παρεμβάσεις υπέρ ορισμένων πολύτεκνων οικογενειών θα συμβάλουν ουσιαστικά στην αύξηση των γεννήσεων.

Το «αγκάθι» του εξωτερικού ελλείμματος

Η σημαντικότερη αδυναμία που επισημαίνει η S&P αφορά τις εξωτερικές ανισορροπίες της ελληνικής οικονομίας, οι οποίες εξακολουθούν να επιβαρύνουν το πιστοληπτικό προφίλ της χώρας. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διευρύνθηκε σημαντικά το 2020 και παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα τα επόμενα χρόνια, φθάνοντας κατά μέσο όρο το 7,3% του ΑΕΠ την περίοδο 2020-2025. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται τόσο με την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας και τις εισαγωγές που σχετίζονται με τις επενδύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης όσο και με τη διαρθρωτική εξάρτηση της χώρας από εισαγόμενα αγαθά, μεταξύ των οποίων οι υδρογονάνθρακες.

Ο οίκος εκτιμά ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα διευρυνθεί εκ νέου στο 7% του ΑΕΠ το 2026, από 5,8% το 2025, κυρίως λόγω της αύξησης των ενεργειακών τιμών. Στη συνέχεια, αναμένει σταδιακή βελτίωση, καθώς θα υποχωρούν οι ενεργειακές πιέσεις και θα ολοκληρώνεται το Ταμείο Ανάκαμψης, με το έλλειμμα να περιορίζεται στο 4,5% του ΑΕΠ έως το 2029. Η καθαρή εξωτερική χρεωστική θέση της Ελλάδας, παράλληλα, παραμένει ιδιαίτερα υψηλή. Σύμφωνα με την S&P, ανερχόταν σε 304 δισ. δολάρια το 2025, ποσό που αντιστοιχεί στο 231% των εισπράξεων από τρέχουσες συναλλαγές. Εξαιρουμένων των περιουσιακών στοιχείων του μη χρηματοπιστωτικού τομέα, τα οποία ο οίκος θεωρεί λιγότερο ρευστοποιήσιμα για την αξιολόγηση της εξωτερικής θέσης μιας χώρας, η αντίστοιχη υποχρέωση αυξάνεται στα 355 δισ. δολάρια ή στο 270% των εισπράξεων από τρέχουσες συναλλαγές. Η υψηλή εξωτερική επιβάρυνση, σε συνδυασμό με το επίμονο έλλειμμα, διατηρεί αυξημένες τις ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης και καθιστά τη χώρα περισσότερο ευάλωτη στις μεταβολές των διεθνών χρηματοδοτικών συνθηκών.

Οι τράπεζες και η πολιτική σταθερότητα

Ο αμερικανικός οίκος εκτιμά ότι οι κίνδυνοι για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα παραμένουν ελεγχόμενοι, παρά την αύξηση των ενεργειακών τιμών. Η οικονομική ανάπτυξη, η βελτίωση των ισολογισμών των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων και η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στηρίζουν την κερδοφορία και την ποιότητα των χαρτοφυλακίων των τραπεζών. Ο οίκος αναγνωρίζει επίσης τη βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας και των επιχειρηματικών μοντέλων των τραπεζών, καθώς και τις αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο για την αφερεγγυότητα και τις εξασφαλίσεις, που διευκολύνουν την ανάκτηση οφειλών. Στο πολιτικό πεδίο, η S&P σημειώνει ότι οι επόμενες βουλευτικές εκλογές είναι υποχρεωτικό να διεξαχθούν έως τον Ιούλιο του 2027. Ο οίκος θεωρεί ότι, παρά τις πιθανές αλλαγές στους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, υπάρχει διακομματική συναίνεση σε βασικές κατευθύνσεις πολιτικής, όπως η διατήρηση βιώσιμων δημόσιων οικονομικών και η ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας. Ως εκ τούτου, δεν αναμένει ουσιαστική αλλαγή της οικονομικής πολιτικής μετά τις εκλογές.

Τι θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναβάθμιση ή υποβάθμιση

Η σταθερή προοπτική αντανακλά, σύμφωνα με την S&P, την ισορροπία μεταξύ των ισχυρών οικονομικών και δημοσιονομικών επιδόσεων της Ελλάδας και των υψηλών αποθεμάτων δημόσιου και εξωτερικού χρέους. Ο οίκος θα μπορούσε να προχωρήσει σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης εάν οι εξωτερικές ανισορροπίες της χώρας βελτιώνονταν σημαντικά και με διατηρήσιμο τρόπο. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί, για παράδειγμα, μέσω της μείωσης της εξάρτησης της οικονομίας από τις εισαγωγές. Αναβάθμιση θα μπορούσε επίσης να εξεταστεί εάν μειωνόταν ουσιαστικά το εξωτερικό χρέος της χώρας, μεγάλο μέρος του οποίου αφορά τον δημόσιο τομέα. Αντίθετα, η S&P θα μπορούσε να υποβαθμίσει την Ελλάδα σε περίπτωση σημαντικής επιδείνωσης των δημοσιονομικών επιδόσεων.

Διαμοιρασμός του άρθρου