Ο υπουργός Επικρατείας, Άκης Σκέρτσος, μέσα από ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επεξηγήσε την κυβερνητική απόφαση για πρόωρη αποπληρωμή χρέους, ενώ παράλληλα σχολίασε την αντίδραση της αντιπολίτευσης στο εν λόγω ζήτημα.
Διαβάστε επίσης: Μητσοτάκης: Η μείωση του δημόσιου χρέους αποτελεί εθνική επιτυχία και μια από τις πιο σημαντικές κατακτήσεις των Ελλήνων
Η Ελλάδα υιοθετεί τη λογική ενός συνετού δανειολήπτη
Ο κ. Σκέρτσος τόνισε εμφατικά: «Τι θα έκανε, λοιπόν, ένας συνετός δανειολήπτης; Θα άφηνε το πλεόνασμα των καταθέσεών του ανεκμετάλλευτο στην τράπεζα; Ή θα το αξιοποιούσε για να μειώσει ταχύτερα τα χρέη του, επιτυγχάνοντας έτσι την οικονομική του ελευθερία νωρίτερα; Η Ελλάδα πράττει ακριβώς αυτό.» Πρόσθεσε δε ότι «Εφαρμόζουμε μια υπεύθυνη οικονομική διαχείριση που δεν παράγει ελλείμματα και, ταυτόχρονα, μεταφέρει λιγότερα χρέη στις επόμενες γενιές. Συνεπώς, αποκτούμε μεγαλύτερη ευελιξία στην άσκηση οικονομικής πολιτικής στο μέλλον.»
Παράλληλα, ο υπουργός Επικρατείας, αναφερόμενος στη στάση της αντιπολίτευσης, επισήμανε: «Κι όμως, είδαμε χθες ανακοινώσεις από την αντιπολίτευση που επέπλητταν την κυβέρνηση για αυτή την προφανή και υπεύθυνη επιλογή, κατηγορώντας την ότι πρόκειται για μια αντιαναπτυξιακή πολιτική. Τι υποδηλώνουν οι αντιδράσεις αυτών των κομμάτων στην ταχύτερη μείωση του χρέους, παρά το γεγονός ότι έχουν κυβερνήσει σε δύσκολες περιόδους της ελληνικής κρίσης χρέους;» Συμπλήρωσε δε: «Είτε ότι δεν γνωρίζουν τους νέους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες – τους οποίους θα είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν αν αναλάβουν τη διακυβέρνηση – είτε ότι τους γνωρίζουν και επιλέγουν να παραπληροφορούν, μιλώντας για δαπάνες που, αν πραγματοποιηθούν, θα θέσουν τη χώρα ξανά υπό επιτήρηση. Και οι δύο ερμηνείες αποκαλύπτουν τεράστια ανευθυνότητα.»
Η ανάρτηση του υπουργού Επικρατείας, Άκη Σκέρτσου
«Τι μας δίδαξε εν τέλει η κρίση χρέους;
Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει ένας υπερχρεωμένος δανειολήπτης, του οποίου οι οικονομικές δραστηριότητες δεν πήγαιναν καλά για πολλά χρόνια, με αποτέλεσμα να λαμβάνει νέα δάνεια για να αποπληρώνει τα παλιά και να καλύπτει τις τρέχουσες ανάγκες της επιχείρησής του και του νοικοκυριού του.
Μετά από πολλές προσπάθειες και θυσίες, αυτός ο δανειολήπτης κατάφερε να βάλει τα οικονομικά του σε τάξη. Ειδικότερα, τα τελευταία χρόνια, τα έσοδά του από την εργασία του ξεπερνούν τα έξοδά του, επιτρέποντάς του να αυξάνει τις δαπάνες του με σύνεση και ταυτόχρονα να αποταμιεύει ένα μέρος των χρημάτων του.
Ωστόσο, σύμφωνα με τους όρους του δανείου του, δεν μπορεί να κάνει ό,τι θέλει με τα χρήματα των αποταμιεύσεών του.
Έχει την επιλογή είτε να τα χρησιμοποιήσει για την ταχύτερη αποπληρωμή του χρέους του είτε να τα αφήσει απλώς στον τραπεζικό του λογαριασμό, χωρίς να αποκομίζει κέρδος από τόκους.
Δεν μπορεί, δηλαδή, ενώ είναι δανεισμένος, να αρχίσει ξανά να ξοδεύει ανεξέλεγκτα, καθώς υπάρχει σοβαρός κίνδυνος τα έξοδά του να υπερβούν τα έσοδά του και να χρειαστεί να λάβει νέα δάνεια, ενώ ήδη είναι υπερχρεωμένος.
Τι θα έκανε, λοιπόν, ένας συνετός δανειολήπτης;
Θα άφηνε το πλεόνασμα των καταθέσεών του ανεκμετάλλευτο στην τράπεζα;
Ή θα το αξιοποιούσε για να μειώσει ταχύτερα τα χρέη του, επιτυγχάνοντας έτσι την οικονομική του ελευθερία νωρίτερα; Η Ελλάδα πράττει ακριβώς αυτό.
Σύμφωνα με τους νέους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες, οι οποίοι θέτουν αυστηρά όρια στις κρατικές δαπάνες, κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ δεν μπορεί να αυξάνει τις κρατικές του δαπάνες άνω του 3-3,5% ετησίως.
Έχοντας ήδη πραγματοποιήσει αυτές τις ετήσιες αυξήσεις σε τομείς όπως η υγεία, η άμυνα, η παιδεία, οι υποδομές, οι μισθοί και οι συντάξεις, αξιοποιούμε το πλεόνασμα που απομένει για να μειώσουμε ταχύτερα τα χρέη μας.
Εν ολίγοις, εφαρμόζουμε μια υπεύθυνη οικονομική διαχείριση που δεν παράγει ελλείμματα και, ταυτόχρονα, μεταφέρει λιγότερα χρέη στις επόμενες γενιές. Συνεπώς, αποκτούμε μεγαλύτερη ευελιξία στην άσκηση οικονομικής πολιτικής στο μέλλον.
Διότι, όποιος χρωστάει λιγότερο, είναι πιο ελεύθερος να κάνει δικές του οικονομικές επιλογές προς όφελος της ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής.
Κι όμως, είδαμε χθες ανακοινώσεις από την αντιπολίτευση που επέπλητταν την κυβέρνηση για αυτή την προφανή και υπεύθυνη επιλογή, κατηγορώντας την ότι πρόκειται για μια αντιαναπτυξιακή πολιτική.
Τι υποδηλώνουν οι αντιδράσεις αυτών των κομμάτων στην ταχύτερη μείωση του χρέους, παρά το γεγονός ότι έχουν κυβερνήσει σε δύσκολες περιόδους της ελληνικής κρίσης χρέους;
Είτε ότι δεν γνωρίζουν τους νέους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες – τους οποίους θα είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν αν αναλάβουν τη διακυβέρνηση – είτε ότι τους γνωρίζουν και επιλέγουν να παραπληροφορούν, μιλώντας για δαπάνες που, αν πραγματοποιηθούν, θα θέσουν τη χώρα ξανά υπό επιτήρηση.
Και οι δύο ερμηνείες αποκαλύπτουν τεράστια ανευθυνότητα.
Η κοινωνία, που υπέφερε σημαντικά από απερίσκεπτες πολιτικές στο παρελθόν, παρακολουθεί και κρίνει όλους μας.»
