Η Κριστίν Λαγκάρντ, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), υπέβαλε την παραίτησή της, σηματοδοτώντας την αποχώρησή της από τα καθήκοντά της στις 7 Φεβρουαρίου 2027, όπως επιβεβαιώθηκε από την ΕΚΤ την Πέμπτη.
«Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, ενημέρωσε σήμερα το Διοικητικό Συμβούλιο, καθώς και τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, ότι θα αποχωρήσει από τη θέση της στις 7 Φεβρουαρίου 2027», αναφέρεται στην ανακοίνωση της ΕΚΤ.
Διαδικασία Διαδοχής στην Προεδρία της ΕΚΤ
Η επιλογή του διαδόχου της κ. Λαγκάρντ θα πραγματοποιηθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ακολουθώντας τη διαδικασία υποψηφιοτήτων που ορίζεται στο άρθρο 283 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου εξέφρασαν τις θερμότερες ευχαριστίες τους στην πρόεδρο Λαγκάρντ, αποχαιρετώντας την με παρατεταμένο χειροκρότημα, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση της ΕΚΤ.
Σε προσωπική της δήλωση, η κ. Λαγκάρντ ανέφερε: «Μόλις ενημέρωσα τους συναδέλφους μου ότι θα παραιτηθώ από τη θέση της προέδρου της ΕΚΤ στις 7 Φεβρουαρίου 2027».
«Αποτέλεσε πηγή μεγάλης υπερηφάνειας να υπηρετήσω αυτό το ίδρυμα. Ευχαριστώ όλους όσοι με έχουν στηρίξει σε αυτό το ταξίδι τα τελευταία επτά χρόνια».
Για την αποφυγή παρεξηγήσεων, διευκρίνισε ότι τα εμφανή επιθέματα στο πρόσωπό της στο πρόσφατο βίντεο οφείλονται σε μια μικρή επέμβαση που υποβλήθηκε νωρίτερα την εβδομάδα. «Ακολουθήστε τις οδηγίες του γιατρού και ελέγξτε τακτικά το δέρμα σας», συμβούλευσε.
I have just informed my colleagues that I will step down as @ECB President on 7 February 2027. It has been a source of great pride to serve this institution. I thank all of those who have supported me on this journey over the past seven years. https://t.co/eSLLTaDAej
— Christine Lagarde (@Lagarde) October 29, 2026
Η Πρόκληση της ΕΚΤ: Ισορροπώντας Πληθωρισμό και Οικονομική Ανάπτυξη
Η ενεργειακή κρίση, που επιδεινώθηκε από τον πόλεμο, έχει διαταράξει την οικονομική σταθερότητα της ευρωζώνης. Οι αυξήσεις στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου έχουν οδηγήσει τον πληθωρισμό σε επίπεδα κοντά στο 4%, υπερβαίνοντας σημαντικά τον στόχο της ΕΚΤ για 2%.
Ωστόσο, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις επικεντρώνονται κυρίως στον ενεργειακό τομέα, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής διατηρούν περιθώριο για να αποφύγουν μια πρόωρη αύξηση των επιτοκίων.
Η οικονομία της ευρωζώνης, παρά την αρχική της ανθεκτικότητα, παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης. Παράλληλα, η σημαντική άνοδος στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχει ήδη αυξήσει το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, περιορίζοντας την οικονομική δραστηριότητα.
