Η ακρίβεια στην αγορά και οι ψηφιακοί έλεγχοι της ΑΑΔΕ οδηγούν τις εισπράξεις από τον ΦΠΑ σε πρωτοφανή επίπεδα ρεκόρ, ενισχύοντας σημαντικά τα κρατικά ταμεία. Το κύμα ανατιμήσεων στην αγορά έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του ονομαστικού τζίρου και, κατ’ επέκταση, του ΦΠΑ που αναλογεί στις συναλλαγές. Παράλληλα, η ΑΑΔΕ, αξιοποιώντας την τεχνητή νοημοσύνη, το σύστημα myDATA και τις ηλεκτρονικές διασταυρώσεις, περιορίζει ολοένα και περισσότερο τη φοροδιαφυγή.
ΦΠΑ: Ρεκόρ εσόδων με «όπλα» την ακρίβεια και τους ψηφιακούς ελέγχους
Τα στοιχεία του φετινού πρώτου εξαμήνου καταδεικνύουν την εντυπωσιακή αυτή άνοδο, με τις εισπράξεις από τον ΦΠΑ να ξεπερνούν κατά 880 εκατομμύρια ευρώ τον προϋπολογισθέντα στόχο, φτάνοντας τα 14,5 δισ. ευρώ έναντι 13,6 δισ. ευρώ. Σε σύγκριση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα, όπου οι εισπράξεις ανήλθαν σε περίπου 12,8 δισ. ευρώ, η αύξηση είναι ακόμη πιο αξιοσημείωτη.
Υπενθυμίζεται ότι το 2025 οι συνολικές εισπράξεις από ΦΠΑ είχαν διαμορφωθεί στα 29,2 δισ. ευρώ. Με την τρέχουσα δυναμική να αναμένεται να διατηρηθεί και στο δεύτερο εξάμηνο του έτους, τα έσοδα από τον φόρο αναμένεται να ενισχυθούν περαιτέρω. Αυτή η εξέλιξη δημιουργεί ταυτόχρονα μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο, καθώς η υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων, σε συνδυασμό με τη συγκράτηση των δαπανών, αναμένεται να επιδράσει θετικά στο πρωτογενές αποτέλεσμα. Υπό τις παρούσες συνθήκες, το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται ότι μπορεί να υπερβεί την επικαιροποιημένη πρόβλεψη του οικονομικού επιτελείου για 3,2% του ΑΕΠ, φτάνοντας ενδεχομένως και πάνω από το 4% του ΑΕΠ.
Ένα σημαντικό μέρος των αυξημένων εισπράξεων οφείλεται στην ακρίβεια. Η παρατεταμένη αύξηση των τιμών, ειδικά σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, «φουσκώνει» τον ονομαστικό τζίρο και, συνεπώς, τον ΦΠΑ που αναλογεί στις συναλλαγές. Όσο υψηλότερη είναι η τελική τιμή ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, τόσο μεγαλύτερο είναι το ποσό του φόρου που καταλήγει στο Δημόσιο, ακόμα κι αν ο πραγματικός όγκος των πωλήσεων δεν παρουσιάζει αντίστοιχη αύξηση. Επομένως, αυτό το τμήμα των εσόδων από ΦΠΑ δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη αύξησης της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας.
Το υπόλοιπο μέρος των εσόδων, το οποίο συνδέεται με τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και την ψηφιοποίηση των συναλλαγών, έχει διαφορετική σημασία, καθώς διευρύνει τη φορολογική βάση και ενισχύει τη συμμόρφωση. Οι δηλώσεις ΦΠΑ συμπληρώνονται πλέον υποχρεωτικά με βάση τα δεδομένα που έχουν διαβιβαστεί στα ηλεκτρονικά βιβλία myDATA. Οποιαδήποτε απόκλιση μεταξύ των δηλωθέντων ποσών και των στοιχείων που έχουν διαβιβαστεί, ενεργοποιεί ειδοποιήσεις στο σύστημα και οδηγεί σε στοχευμένους ελέγχους.
Επιχειρήσεις που παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις σε σχέση με τα δεδομένα του κλάδου τους, απότομες μεταβολές στον τζίρο τους ή αναντιστοιχίες μεταξύ των δηλώσεών τους και των ηλεκτρονικά καταγεγραμμένων συναλλαγών, εισέρχονται αυτομάτως στο «ραντάρ» της φορολογικής διοίκησης. Τα δεδομένα του ΦΠΑ διασταυρώνονται σε πραγματικό χρόνο με τις εισπράξεις των POS και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών μέσω του Συστήματος Μητρώου Τραπεζικών Λογαριασμών.
Βαριά πρόστιμα
Ταυτόχρονα, η φορολογική νομοθεσία προβλέπει τσουχτερά πρόστιμα για όσους επιχειρηματίες και ελεύθερους επαγγελματίες υποβάλουν εκπρόθεσμες αρχικές ή τροποποιητικές δηλώσεις ΦΠΑ μετά την κοινοποίηση εντολών φορολογικού ελέγχου.
Συγκεκριμένα, εάν δεν έχει υποβληθεί καθόλου δήλωση ΦΠΑ και η παράβαση εντοπιστεί από τη φορολογική αρχή κατά τον έλεγχο, επιβάλλεται πρόστιμο 50% επί του φόρου που αναλογεί στη μη υποβληθείσα δήλωση.
Το ίδιο ποσοστό επιβάλλεται και στην περίπτωση που ο φορολογούμενος υποβάλει εκπρόθεσμη αρχική ή τροποποιητική χρεωστική δήλωση ΦΠΑ μετά την κοινοποίηση εντολής ελέγχου ή πρόσκλησης παροχής πληροφοριών από την Εφορία, και έως την κοινοποίηση του προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου. Το πρόστιμο υπολογίζεται στο 50% επί του φόρου ή της επιπλέον διαφοράς φόρου που προκύπτει.
Υπάρχει, ωστόσο, η δυνατότητα περιορισμού της επιβάρυνσης. Το πρόστιμο, μαζί με τον αναλογούντα τόκο, μειώνεται στο 60% του αρχικού ποσού, εφόσον η οφειλή εξοφληθεί πλήρως εντός 30 ημερών από τον προσδιορισμό του φόρου. Στην πράξη, η επιβάρυνση από το πρόστιμο περιορίζεται στο 30% του φόρου.
Μια πιο ευνοϊκή αντιμετώπιση προβλέπεται για όσους προλάβουν να διορθώσουν οικειοθελώς τη δήλωσή τους πριν από την κοινοποίηση εντολής φορολογικού ελέγχου. Σε αυτή την περίπτωση, δεν ενεργοποιείται το πρόστιμο του 50%. Αντιθέτως, επιβάλλεται το σταθερό διοικητικό πρόστιμο των 100, 250 ή 500 ευρώ, ανάλογα με την κατηγορία των λογιστικών βιβλίων της επιχείρησης, καθώς και ο τόκος εκπρόθεσμης καταβολής, ο οποίος ανέρχεται σε 0,73% για κάθε μήνα καθυστέρησης.
Ακόμη μεγαλύτερη μείωση της ποινής είναι δυνατή για όσους, μετά τον έλεγχο, αποδεχθούν τον φόρο που τους καταλογίζεται. Εάν ο φορολογούμενος αποδεχθεί το ποσό που προκύπτει από την πράξη προσωρινού προσδιορισμού φόρου, δεν ζητήσει τη συνέχιση του ελέγχου και δεν προσφύγει στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών ή στη συνέχεια στα διοικητικά δικαστήρια, εφαρμόζεται η διαδικασία «αποδοχής πράξεων του φορολογικού ελέγχου».
