Φωτοβολταϊκά συστήματα στις στέγες των ευρωπαϊκών πρωτευουσών μπορούν να παράγουν σημαντικές ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας, όπως αποκαλύπτει μια νέα επιστημονική μελέτη στην οποία συμμετέχουν ερευνητές του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Ειδικά για την Αθήνα, η εκτιμώμενη ετήσια παραγωγή φτάνει περίπου τις 1,8 τεραβατώρες (TWh), προσφέροντας παράλληλα σημαντικά περιβαλλοντικά και οικονομικά οφέλη.
Διαβάστε: Τιμές ρεύματος: Έως και τριπλάσιες οι χρεώσεις στα “πράσινα” τιμολόγια τον Νοέμβριο – Στα “μπλε” το 31,6% των νοικοκυριών
Η εν λόγω μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Energy του εκδοτικού οίκου Elsevier, εξετάζει με μια ενιαία επιστημονική μεθοδολογία το δυναμικό αξιοποίησης των στεγών για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων σε όλες τις 27 πρωτεύουσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το φωτοβολταϊκό δυναμικό της Αθήνας
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, η επιφάνεια των κατάλληλων στεγών στην Αθήνα για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών εκτιμάται σε περίπου 24,5 τετραγωνικά χιλιόμετρα.
Η δυνητική ετήσια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από αυτές τις επιφάνειες υπολογίζεται σε 1,8 TWh. Η αξιοποίηση αυτού του δυναμικού θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποφυγή περίπου 512.000 τόνων ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα ετησίως, ενώ τα δυνητικά ετήσια οικονομικά έσοδα εκτιμώνται σε 117,39 εκατομμύρια ευρώ.
Ποιες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έχουν τις μεγαλύτερες δυνατότητες
Από τις 27 πρωτεύουσες που αναλύθηκαν, το Παρίσι παρουσιάζει τη μεγαλύτερη δυνητική ετήσια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία ανέρχεται περίπου σε 3,81 TWh.
Ακολουθούν το Βερολίνο και η Βουδαπέστη, με περίπου 2,55 TWh η καθεμία. Γενικότερα, η εκτιμώμενη ετήσια παραγωγική δυνατότητα των πρωτευουσών κυμαίνεται σε ένα εύρος από 0,2 έως 3,8 TWh.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, η αξιοποίηση των διαθέσιμων στεγών θα μπορούσε να συμβάλει στην αποφυγή εκπομπών έως και περίπου 1 εκατομμυρίου τόνων ισοδύναμου CO₂ ετησίως. Επιπλέον, τα καθαρά οικονομικά έσοδα ενδέχεται να ξεπεράσουν τα 330 εκατομμύρια ευρώ, βάσει των τρεχουσών τιμών της αγοράς.
Πώς έγινε η επιστημονική ανάλυση
Για την ολοκλήρωση της μελέτης, χρησιμοποιήθηκαν 16 χρόνια ατμοσφαιρικών δεδομένων, από το 2008 έως το 2023, δορυφορικές πληροφορίες από τις υπηρεσίες Copernicus, δεδομένα για τον αστικό ιστό και προσομοιώσεις φωτοβολταϊκών συστημάτων μέσω του εξειδικευμένου μοντέλου PVGIS.
Η μεθοδολογία λαμβάνει υπόψη τρεις βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ηλιακή ακτινοβολία και, κατ’ επέκταση, την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας: τη νέφωση, την παρουσία αερολυμάτων στην ατμόσφαιρα και τη σκίαση που προκαλείται από γειτονικά κτίρια και άλλα χαρακτηριστικά του αστικού περιβάλλοντος.
Η ενεργειακή αυτονομία και ο ρόλος της αποθήκευσης
Η έρευνα εξετάζει επίσης τον δείκτη ενεργειακής αυτονομίας, ο οποίος συγκρίνει τη δυνητική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά συστήματα με την αντίστοιχη κατανάλωση.
Ως ενδεικτικό παράδειγμα, στο Λουξεμβούργο ο συγκεκριμένος δείκτης φτάνει το 180%, υποδηλώνοντας ότι η δυνητική παραγωγή από τα φωτοβολταϊκά στις στέγες υπερβαίνει την ηλεκτρική ζήτηση που έχει ληφθεί υπόψη στον σχετικό υπολογισμό.
Ωστόσο, όπως τονίζει το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, ακόμη και η εκτεταμένη αξιοποίηση των διαθέσιμων στεγών δεν είναι από μόνη της επαρκής για να καλύψει πλήρως τις ενεργειακές ανάγκες μιας πόλης.
Για αυτόν τον λόγο, η μελέτη υπογραμμίζει την κρίσιμη σημασία της αποθήκευσης ενέργειας, της ευελιξίας των ηλεκτρικών δικτύων και του συνδυασμού διαφόρων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
