Επενδύσεις στην Ελλάδα: Άλμα 5,9% επί του ΑΕΠ, πλησιάζει ο ευρωπαϊκός πυρήνας, σύμφωνα με τον Άκη Σκέρτσο

Δυτικά Προάστια Team

«Ενώ στην Ελλάδα ακούμε από την αντιπολίτευση ότι το Ταμείο Ανάκαμψης ‘απέτυχε’ και αποτελεί χαμένη ευκαιρία, μια νέα διεθνής ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο VoxEU του CEPR παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα», επισημαίνει σε ανάρτησή του ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος, καλώντας «να τη διαβάσουμε προσεκτικά, καθώς δεν πρόκειται για κυβερνητικό δελτίο Τύπου».

Σκέρτσος: Οι επενδύσεις στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 5,9% ως ποσοστό του ΑΕΠ

Όπως τονίζει ο Άκης Σκέρτσος: «Ο συγγραφέας, Dino Pinelli, είναι ειδικός σύμβουλος έρευνας στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η μελέτη εξετάζει την Ιταλία, την Ισπανία και την Ελλάδα, συγκρίνοντας την οικονομική τους πορεία μετά την πανδημία με χώρες της ευρωζώνης που έλαβαν επίσης χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης. Τα αποτελέσματα για την Ελλάδα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντα». Παραθέτει δε τα εξής στοιχεία:

«- Από το 2019 έως το 2025, το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας αναμένεται να αυξηθεί κατά 10,8%, έναντι μόλις 5,4% στις χώρες σύγκρισης.

– Οι ώρες εργασίας προβλέπεται να αυξηθούν κατά 7,5%, έναντι μόλις 2,6% στις χώρες σύγκρισης.

– Ωστόσο, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο αφορά τις επενδύσεις. Το συνολικό ποσοστό επενδύσεων στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 5,9 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Στις χώρες σύγκρισης, αντίθετα, οι επενδύσεις μειώθηκαν περίπου κατά 2 μονάδες του ΑΕΠ.

Επιπλέον, η ανάλυση εντοπίζει ενδείξεις ότι οι δημόσιες επενδύσεις του Ταμείου κινητοποίησαν τις ιδιωτικές, αντί να τις εκτοπίσουν. Για την Ελλάδα, οι συγγραφείς αναφέρονται σε μια ευρύτερη διαδικασία σύγκλισης: το ΑΕΠ βρίσκεται πάνω από την προ πανδημίας τάση, οι επενδύσεις αυξάνονται σημαντικά από τη χαμηλή βάση του παρελθόντος και η συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής (TFP) συμβάλλει ισχυρά θετικά.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ταμείο Ανάκαμψης ευθύνεται αποκλειστικά για τις εξελίξεις στην ελληνική οικονομία. Οι ερευνητές επισημαίνουν την προκαταρκτική φύση της ανάλυσης και την ανάγκη για περαιτέρω οικονομετρική έρευνα ώστε να απομονωθεί αυστηρά η αιτιώδης επίδραση του Ταμείου. Ωστόσο, αυτό είναι ακριβώς το σημείο που πρέπει να εστιάσουμε στην εγχώρια δημόσια συζήτηση.

Μια σοβαρή αποτίμηση δεν μπορεί να γίνεται με συνθήματα περί «αποτυχίας», όταν η Ελλάδα εμφανίζει καλύτερες επιδόσεις από την ομάδα χωρών σύγκρισης σε κρίσιμους δείκτες ανάπτυξης, απασχόλησης και –κυρίως– επενδύσεων. Όταν μια διεθνής ανάλυση καταδεικνύει ότι η περίοδος μετά την πανδημία συνδέεται στην Ελλάδα με ισχυρότερη ανάπτυξη, πολύ μεγαλύτερη αύξηση των ωρών εργασίας και, ιδίως, με θεαματική επιτάχυνση των επενδύσεων, η πολιτική συζήτηση –εάν επιθυμεί να είναι έντιμη– οφείλει να ξεκινά από αυτά τα δεδομένα».

Στην ανάρτησή του, ο Άκης Σκέρτσος προσθέτει: «υπάρχει μια ευρύτερη διαπίστωση που αξίζει να κρατήσουμε: Το μεγάλο στοίχημα του Ταμείου Ανάκαμψης δεν ήταν απλώς η προσωρινή αύξηση του ΑΕΠ. Ήταν η αλλαγή της παραγωγικής βάσης της χώρας μέσω επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων. Για την Ελλάδα, τα έως τώρα αποτελέσματα στην ψηφιοποίηση του κράτους, στην ενεργειακή μετάβαση, στην αγορά εργασίας και στο σύστημα υγείας δείχνουν ότι κάτι σημαντικό πράγματι έχει αρχίσει να αλλάζει και η σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό πυρήνα είναι πλέον πολύ κοντά.

Καθώς εργαζόμαστε με τον Νίκο Παπαθανάση, τον Ορέστη Καβαλάκη, την Εύη Δραμαλιώτη και τους υπόλοιπους συναδέλφους της κυβέρνησης, για να κλείσουμε τις τελευταίες εκκρεμότητες του 9ου αιτήματος, που ολοκληρώνει αυτό το μεγάλο μεταρρυθμιστικό και επενδυτικό πρόγραμμα, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα:

Για πρώτη φορά διαχειριστήκαμε ως χώρα ένα ευρωπαϊκό σχέδιο ελληνικής ιδιοκτησίας, ως προς το μίγμα επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων, που δεν είχε ως μοναδικό στόχο την απορρόφηση των κοινοτικών πόρων –την οποία θα πετύχουμε χωρίς καθυστέρηση– αλλά πρωτίστως τον μετασχηματισμό της οικονομίας και του κράτους.

Και τα θεμέλια για αυτόν τον μετασχηματισμό έχουν ήδη τεθεί.

Τώρα χρειάζεται να ολοκληρώσουμε τη δουλειά: να συνεχίσουμε τις μεταρρυθμίσεις, να διατηρήσουμε την επενδυτική δυναμική και να μετατρέψουμε αυτή την επιτάχυνση σε μόνιμα υψηλότερη παραγωγικότητα, εισοδήματα και θέσεις εργασίας».

«Γιατί τελικά», καταλήγει, «την οικονομική πολιτική έχουμε υποχρέωση να την κρίνουμε με βάση τα αποτελέσματα που φέρνει και όχι με εύκολα συνθήματα που αγνοούν τη μετρήσιμη πρόοδο των τελευταίων ετών», καταλήγει ο υπουργός Επικρατείας.

Η ανάρτησή του:

Διαμοιρασμός του άρθρου