Οι ψίθυροι στη Φρανκφούρτη επιβεβαιώθηκαν: η Κριστίν Λαγκάρντ ετοιμάζεται να αποχωρήσει από την προεδρία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σε μια περίοδο που η ευρωζώνη αντιμετωπίζει νέες πληθωριστικές πιέσεις, αβεβαιότητα στην ενέργεια και αυξανόμενες οικονομικές προκλήσεις. Η αποχώρησή της, που έχει προγραμματιστεί για τις 7 Φεβρουαρίου 2027, επιταχύνει την κούρσα της διαδοχής, ενώ η νέα ενεργειακή αναταραχή αναγκάζει την ΕΚΤ να διατηρεί μια λεπτή ισορροπία μεταξύ της καταπολέμησης του πληθωρισμού και των αυξανόμενων κινδύνων για την οικονομία. Η επόμενη ηγεσία της ΕΚΤ θα αναδειχθεί σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας για την Ευρώπη, με ονόματα όπως ο Κλαας Κνοτ και ο Πάμπλο Ερνάντεθ ντε Κος να ακούγονται ως πιθανοί διάδοχοι, την ενεργειακή κρίση να τροφοδοτεί πληθωριστικές πιέσεις και τη νομισματική πολιτική να καλείται να λάβει δύσκολες αποφάσεις.
Η Κριστίν Λαγκάρντ αποχωρεί από την προεδρία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, περίπου οκτώ μήνες πριν από την κανονική λήξη της θητείας της, ανοίγοντας πρόωρα τη διαδικασία διαδοχής σε μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία για την οικονομία της ευρωζώνης. Η ΕΚΤ ανακοίνωσε, την Πέμπτη, ότι η Λαγκάρντ ενημέρωσε σχετικά το Διοικητικό Συμβούλιο και τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα. Η απόφαση αυτή έρχεται μετά από μήνες εικασιών σχετικά με το ενδεχόμενο πρόωρης αποχώρησής της, χωρίς, ωστόσο, να έχει γίνει γνωστός κάποιος συγκεκριμένος προσωπικός λόγος.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ένα από τα ενδεχόμενα επόμενα βήματα της Λαγκάρντ θα μπορούσε να είναι η ανάληψη της προεδρίας του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, διοργανώνοντας την ετήσια συνάντηση στο Νταβός. Ωστόσο, η χρονική στιγμή της αποχώρησης έχει και ευρύτερη πολιτική σημασία: επιτρέπει στους σημερινούς Ευρωπαίους ηγέτες να προχωρήσουν στην επιλογή του νέου επικεφαλής της ΕΚΤ πριν από τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, την άνοιξη του 2027. Συνεπώς, η διαδοχή δεν αφορά μόνο την αλλαγή προσώπου, αλλά και τις πολιτικές ισορροπίες που θα διαμορφώσουν την οικονομική ηγεσία της Ευρώπης για τα επόμενα χρόνια.
ΕΚΤ: Ενεργειακή κρίση και νέες πληθωριστικές πιέσεις
Η αποχώρηση συμπίπτει με μια νέα άνοδο του πληθωρισμού, που τροφοδοτείται κυρίως από την αύξηση του ενεργειακού κόστους, εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου. Οι ανατιμήσεις στην ενέργεια επαναφέρουν στο προσκήνιο τον κίνδυνο παρατεταμένων πληθωριστικών πιέσεων, την ώρα που νοικοκυριά και επιχειρήσεις εξακολουθούν να πιέζονται από το αυξημένο κόστος ζωής και χρηματοδότησης.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, ο πληθωρισμός της ενέργειας έφτασε στο 18% τον Σεπτέμβριο, το υψηλότερο επίπεδο από την έναρξη του πολέμου. Ο οικονομολόγος της Morgan Stanley, Γενς Άιζενσμιντ, εκτιμά ότι ο γενικός πληθωρισμός στην ευρωζώνη μπορεί να κινηθεί κοντά στο 4% τους επόμενους μήνες, καθώς οι ελλείψεις ντίζελ ενδέχεται να παραμείνουν και ο χειμώνας να ενισχύσει τις πιέσεις στις τιμές των καυσίμων. Κατά την εκτίμησή του, ουσιαστική αποκλιμάκωση δεν αναμένεται πριν από τον Φεβρουάριο του 2027.
Το πρόβλημα για την ΕΚΤ είναι ότι μια ενεργειακή ανατίμηση, ενώ μπορεί να είναι προσωρινή, μπορεί επίσης να διαχυθεί σταδιακά στις τιμές άλλων αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και στους μισθούς. Η κεντρική τράπεζα καλείται επομένως να περιορίσει τον κίνδυνο μονιμοποίησης του πληθωρισμού χωρίς να επιβαρύνει υπέρμετρα την οικονομική ανάπτυξη.
Ποιοι διεκδικούν τη διαδοχή
Στους βασικούς πιθανούς διαδόχους της Λαγκάρντ συγκαταλέγονται ο πρώην διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ολλανδίας Κλαας Κνοτ και ο πρώην διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ισπανίας Πάμπλο Ερνάντεθ ντε Κος. Κανένας δεν έχει αναδειχθεί επισήμως υποψήφιος και η τελική επιλογή θα εξαρτηθεί από τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των κρατών-μελών της ευρωζώνης και από τις ισορροπίες που θα διαμορφωθούν γύρω από τις παράλληλες αλλαγές σε κορυφαίες θέσεις της ΕΚΤ.
Η διαδικασία προβλέπει ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα διορίσει τον νέο πρόεδρο, κατόπιν σύστασης του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφού ζητηθούν οι γνώμες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ. Η επιλογή θα απαιτήσει ενισχυμένη ειδική πλειοψηφία και συνεννόηση μεταξύ των κυβερνήσεων.
Επιτόκια: Ανάμεσα στον πληθωρισμό και την ανάπτυξη
Η ΕΚΤ έχει ήδη προχωρήσει σε δύο αυξήσεις επιτοκίων, ανεβάζοντας το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,5%. Σύμφωνα με έρευνα του Bloomberg, σχεδόν το σύνολο των οικονομολόγων που συμμετείχαν αναμένει να διατηρηθεί το επιτόκιο αυτό στην προγραμματισμένη συνεδρίαση της 29ης Οκτωβρίου. Οι αγορές, ωστόσο, εξακολουθούν να προεξοφλούν το ενδεχόμενο ακόμη μιας αύξησης τον Δεκέμβριο, όταν θα δημοσιοποιηθούν οι νέες μακροοικονομικές προβλέψεις της τράπεζας.
Η προοπτική αυτή δεν είναι δεδομένη. Ο Άιζενσμιντ υποστηρίζει ότι η νομισματική πολιτική έχει ήδη συμβάλει στην αυστηροποίηση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών και προειδοποιεί ότι η περαιτέρω άνοδος των μακροπρόθεσμων αποδόσεων μπορεί να επιβαρύνει αδικαιολόγητα την οικονομία. Οι οικονομολόγοι που προβλέπουν νέα αύξηση τον Δεκέμβριο εκτιμούν, αντιθέτως, ότι οι πληθωριστικές πιέσεις ενδέχεται να απαιτήσουν πρόσθετη παρέμβαση, προτού καταστεί δυνατή η επανεξέταση των επιτοκίων σε χαμηλότερα επίπεδα τα επόμενα χρόνια.
Η πρόκληση είναι σύνθετη: η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να συγκρατήσει τη ζήτηση και να περιορίσει τις δευτερογενείς επιδράσεις του πληθωρισμού, δεν μπορεί όμως να αποκαταστήσει άμεσα την προσφορά πετρελαίου ή φυσικού αερίου. Παράλληλα, υψηλότερο κόστος δανεισμού σημαίνει ακριβότερη χρηματοδότηση για επιχειρήσεις, νοικοκυριά και κυβερνήσεις.
Η Γαλλία στο επίκεντρο των αγορών ομολόγων
Στην εξίσωση προστίθεται η δημοσιονομική και πολιτική αβεβαιότητα στη Γαλλία, τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης. Η κυβέρνηση δυσκολεύεται να εξασφαλίσει την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για τον προϋπολογισμό του 2027, ο οποίος αποσκοπεί στον περιορισμό του υψηλού δημόσιου χρέους. Οι ανησυχίες των επενδυτών αποτυπώνονται στην άνοδο του κόστους δανεισμού της χώρας.
Το περιθώριο απόδοσης των δεκαετών γαλλικών ομολόγων έναντι των αντίστοιχων γερμανικών, που θεωρούνται ασφαλέστερη επενδυτική επιλογή, έχει φθάσει στις 175 μονάδες βάσης, επίπεδο που δεν είχε καταγραφεί από το 2011. Ο Χόλγκερ Σμίντιγκ, επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg, επισημαίνει ότι από τις 8 Σεπτεμβρίου οι αποδόσεις των δεκαετών γαλλικών ομολόγων αυξήθηκαν κατά 78 μονάδες βάσης και των ιταλικών κατά 38 μονάδες βάσης, ενώ οι γερμανικές αποδόσεις παρέμειναν κοντά στα προηγούμενα επίπεδα.
Η απόκλιση αυτή υπογραμμίζει ότι οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες δεν επιδεινώνονται ομοιόμορφα σε όλη την ευρωζώνη.
Ο επόμενος πρόεδρος θα αναλάβει σε μια περίοδο κατά την οποία η ενεργειακή αστάθεια, ο πληθωρισμός, οι αποκλίνουσες αποδόσεις των κρατικών ομολόγων και οι πολιτικές πιέσεις δοκιμάζουν την οικονομική συνοχή της Ευρώπης. Το ζητούμενο δεν θα είναι μόνο η επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο του 2%, αλλά και η διασφάλιση ότι η προσπάθεια αυτή δεν θα εντείνει τις ήδη σημαντικές διαφορές στις συνθήκες χρηματοδότησης μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης.
