Η αγορά υποδέχθηκε με επιφυλάξεις τον οδικό χάρτη που παρουσίασε η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ), με τον υπουργό Σταύρο Παπασταύρου και τον υφυπουργό Νίκο Τσάφο. Το σχέδιο στοχεύει στην επιστροφή του κόστους του ρεύματος στα προ κρίσης επίπεδα, μέσω σταδιακής μείωσής του κατά 30% έως το τέλος του 2029. Αυτό αναμένεται να οδηγήσει την τελική τιμή της κιλοβατώρας λίγο κάτω από τα 17 λεπτά, σε σύγκριση με τα 23,7 λεπτά/κιλοβατώρα που ήταν στο τέλος του 2025 (στοιχεία Eurostat).
Το μωσαϊκό των προτεινόμενων μέτρων, που καλύπτουν τη χονδρική και λιανική αγορά, τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις, τις δράσεις εξοικονόμησης, την προώθηση της αποθήκευσης ενέργειας και της αυτοπαραγωγής, κινούνται θεωρητικά προς τη σωστή κατεύθυνση. Το πλάνο περιλαμβάνει δράσεις για την αυξημένη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), την εγκατάσταση περισσότερων συστημάτων αποθήκευσης (μπαταριών) για την αξιοποίηση της πλεονάζουσας πράσινης ενέργειας, την ενίσχυση των δικτύων μεταφοράς ενέργειας, καθώς και προγράμματα εξοικονόμησης ενέργειας.
Ωστόσο, παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι το σχέδιο συνοδεύεται από σημαντικούς αστερίσκους. Βασίζεται σε παραδοχές με μεγάλο βαθμό αμφιβολίας, όπως η βελτίωση της διεθνούς συγκυρίας σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας και πολέμων. Επιπλέον, τα χρονοδιαγράμματα υλοποίησης δεν φαίνονται ρεαλιστικά, βάσει της προηγούμενης εμπειρίας.
Ο σχεδιασμός χαρακτηρίζεται επίσης από «δημιουργική ασάφεια» ως προς τη συμβολή κάθε μέτρου στον στόχο της μείωσης 30% του συνολικού κόστους ρεύματος. Η στόχευση φαίνεται να είναι περισσότερο πολιτική παρά τεχνοκρατική, ιδίως σε σύγκριση με τις εξαγγελίες της αντιπολίτευσης για μείωση του ενεργειακού κόστους.
Το μοναδικό άμεσα εφαρμόσιμο μέτρο που μειώνει το κόστος είναι η μείωση των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) από την 1η Ιανουαρίου 2027. Συγκεκριμένα, το κόστος μειώνεται στα 0,00345 ευρώ/κιλοβατώρα από 0,00690 ευρώ/κιλοβατώρα για νοικοκυριά με τετραμηνιαία κατανάλωση έως 1.600 κιλοβατώρες. Για μεγαλύτερες καταναλώσεις, οι χρεώσεις παραμένουν αμετάβλητες. Αυτό σημαίνει ότι ένα νοικοκυριό με μηνιαία κατανάλωση 400 ευρώ θα πληρώνει 1,38 ευρώ για ΥΚΩ μηνιαίως, αντί για 2,76 ευρώ. Ωστόσο, οι χρεώσεις ΥΚΩ παραμένουν υψηλές για μεγάλες καταναλώσεις. Αυτό δημιουργεί μια αντίφαση, καθώς νοικοκυριά που αντικαθιστούν λέβητες πετρελαίου/αερίου με αντλίες θερμότητας, αυξάνοντας την κατανάλωση ρεύματος, θα μεταβούν σε υψηλότερες κλίμακες χρεώσεων ΥΚΩ.
Ο οδικός χάρτης παρουσιάζει επίσης υψηλή αοριστία, με μέτρα που δεν είναι οριζόντιας απόδοσης και των οποίων η υλοποίηση εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες και είναι μακρόπνοη.
Βασικοί Αστερίσκοι στο Σχέδιο:
- Αποθήκευση Ενέργειας: Ενώ η επιτάχυνση είναι θετική, οι μεγάλες καθυστερήσεις στην Ελλάδα (μόλις 700 MW μπαταριών φέτος) δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη στους φιλόδοξους στόχους για 3.000-4.000 MW έως το 2025 και 7.000 MW έως το τέλος της δεκαετίας. Η απάντηση για τις καθυστερήσεις δεν εξηγεί επαρκώς γιατί οι διαδικασίες για το ρυθμιστικό πλαίσιο καθυστέρησαν. Η Βουλγαρία αναμένεται να έχει σημαντικά μεγαλύτερη εγκατεστημένη αποθηκευτική ισχύ. Η επιδότηση των 200 εκατ. ευρώ για κεφαλαιακή ενίσχυση μπαταριών ενδέχεται να μην είναι επαρκής.
- Προμήθεια Ρεύματος: Υπάρχουν αμφιβολίες για την αποτελεσματική μείωση των ρευματοκλοπών (κόστους 450 εκατ. ευρώ ετησίως) και του όγκου των ληξιπρόθεσμων οφειλών (άνω των 3 δισ. ευρώ). Δεν ανακοινώθηκαν συγκεκριμένα μέτρα για τις ρευματοκλοπές, ενώ τα μέτρα για τον «ενεργειακό τουρισμό» (debt flagging) έμειναν ημιτελή, καθώς δεν εφαρμόστηκε η αποκοπή καταναλωτών με ανεξόφλητα χρέη.
- Ενεργειακή Εξοικονόμηση: Τα προγράμματα ενεργειακής εξοικονόμησης (ύψους 2,1 δισ. ευρώ) δεν μειώνουν άμεσα την τιμή της κιλοβατώρας, αλλά το τελικό κόστος μετά την ολοκλήρωση των παρεμβάσεων και τη μείωση της κατανάλωσης. Πολλές δράσεις έχουν κοινωνικά ή γεωγραφικά κριτήρια, περιορίζοντας την εμβέλειά τους. Η εμπειρία από τα προηγούμενα προγράμματα «Εξοικονομώ» εγείρει επιφυλάξεις για την έγκαιρη ροή των πόρων και την πραγματική αξία της επιδότησης, λόγω αυξήσεων στις τιμές εξοπλισμού και εργασιών.
- Βιομηχανία: Απουσιάζουν πρόσθετες παρεμβάσεις για το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας. Τα μέτρα που ανακοινώθηκαν τον Απρίλιο (μείωση ΥΚΩ και αύξηση συντελεστών αντιστάθμισης CO2) δεν επαρκούν. Η βιομηχανία ζητά ευρύτερες και άμεσες παρεμβάσεις, όπως συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αντί να αναμένει την υλοποίηση μακροπρόθεσμων μεταρρυθμίσεων.
- Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά: Εγείρονται ερωτήματα σχετικά με την αναμενόμενη ελάφρυνση των ΥΚΩ από τις νησιωτικές διασυνδέσεις. Η ολοκλήρωση των διασυνδέσεων των Κυκλάδων και της Κρήτης δεν έχει οδηγήσει σε μείωση των ΥΚΩ, με τον σχετικό λογαριασμό να παρουσιάζει έλλειμμα. Τα μελλοντικά έργα (Δωδεκάνησα, Βορειοανατολικό Αιγαίο) βρίσκονται σε στάδιο σχεδιασμού και η αναμενόμενη μείωση των ΥΚΩ μπορεί να αντισταθμιστεί από αυξήσεις στις Χρεώσεις Χρήσης Συστήματος και Δικτύου, λόγω της ανάκτησης των δαπανών των ΑΔΜΗΕ και ΔΕΔΔΗΕ.
Συμπερασματικά, η μεγαλύτερη αβεβαιότητα αφορά την επίτευξη της μείωσης 30% στους λογαριασμούς ρεύματος έως το 2029. Το τελικό κόστος επηρεάζεται από πολλούς εξωτερικούς παράγοντες (διεθνείς τιμές, γεωπολιτικές εξελίξεις), εκτός του ελέγχου της ελληνικής ενεργειακής πολιτικής. Το πακέτο μέτρων συνιστά περισσότερο ένα σύνολο δράσεων και σχεδιαζόμενων επενδύσεων που δημιουργούν προϋποθέσεις για φθηνότερη ενέργεια, παρά έναν οδικό χάρτη με εγγυημένα αποτελέσματα. Η εμπειρία του παρελθόντος δεν επιτρέπει ιδιαίτερη αισιοδοξία για την επιτυχία του εγχειρήματος εντός των στενών χρονοδιαγραμμάτων.
Πηγή: Powergame.gr
