Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛΑΣ) άσκησε δριμεία κριτική στην ηγεσία της Δικαιοσύνης, μετά την απόφαση να παραμείνει στο αρχείο η υπόθεση των υποκλοπών. Ο Τομέας Δικαιοσύνης του κόμματος, με ανακοίνωσή του, επικρίνει έντονα τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την κατηγορηματική άρνησή του, για τρίτη συνεχή φορά, να επαναφέρει τη δικογραφία μιας από τις σοβαρότερες υποθέσεις παράνομων παρακολουθήσεων με το λογισμικό Predator. Η ΕΛ.Α.Σ. κάνει λόγο για «απαράδεκτη στάση ανώτατων λειτουργών της δικαιοσύνης» και τονίζει ότι «η απροκάλυπτη ώσμωση δικαστικής Αρχής και Εκτελεστικής εξουσίας εκθέτει για άλλη μια φορά τη χώρα διεθνώς ως προς τον σεβασμό των αρχών του Κράτους δικαίου».
ΕΛΑΣ: Oι δικαστικοί λειτουργοί οφείλουν να επιτελούν το έργο τους ανεξάρτητα και ανεπηρέαστα
Όπως επισημαίνεται, τα δεδομένα αυτά προέκυψαν τόσο από την πολυετή αποδεικτική διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας, η οποία οδήγησε στην επιβολή βαρύτατων ποινών 126 ετών στους τέσσερις καταδικασθέντες, όσο και από την ομολογία του ίδιου του Ταλ Ντίλιαν ότι πωλούσε το επίμαχο κακόβουλο λογισμικό σε κυβερνήσεις.
Το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα αναφέρει, με ιδιαίτερα έντονο ύφος, ότι οι πολίτες παρακολουθούν στενά και κρίνουν την απαράδεκτη στάση των ανώτατων λειτουργών, καταλογίζοντάς τους εμμονική άρνηση στη διερεύνηση μιας υπόθεσης με τόσο βαθιές πολιτικές προεκτάσεις. Υπογραμμίζει πως, για να εδραιωθεί ξανά η κλονισμένη εμπιστοσύνη της κοινωνίας στον θεσμό, οι δικαστικοί λειτουργοί πρέπει να επιτελούν το έργο τους ανεξάρτητα και ανεπηρέαστα, αναζητώντας την αλήθεια όποια κι αν είναι αυτή και όποιον κι αν θίγει, χωρίς να καταφεύγουν σε «νομικούς προσχηματισμούς και ακροβατισμούς».
Η ανακοίνωση της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα
«Για τρίτη συνεχή φορά, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αρνείται κατηγορηματικά να ανασύρει από το αρχείο μία από τις σοβαρότερες υποθέσεις που απασχολούν τη δικαιοσύνη, αυτή των υποκλοπών με το παράνομο λογισμικό Predator.
Η επίμονη αυτή άρνηση, παρά τα νέα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καθώς και τα συντριπτικά στοιχεία που προέκυψαν αφενός από την πολύμηνη αποδεικτική διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας, το οποίο επέβαλε βαριές ποινές 126 ετών στους τέσσερις καταδικασθέντες, και αφετέρου από την ομολογία του ίδιου του Ντίλιαν ότι πωλούσε το παράνομο λογισμικό σε κυβερνήσεις, διατηρεί τη σύγκρουση γύρω από το εύρος της δικαστικής διερεύνησης, τον ρόλο των προσώπων που εμφανίζονται ως εμπλεκόμενα και τα όρια της αξιοποίησης νέων, ή συμπληρωματικών στοιχείων.
Οι πολίτες παρακολουθούν και κρίνουν την απαράδεκτη αυτή στάση ανώτατων λειτουργών της δικαιοσύνης που αρνούνται εμμονικά τη διερεύνηση μιας τόσο σημαντικής υπόθεσης με πολιτικές προεκτάσεις.
Κατόπιν αυτού, προκειμένου να εδραιωθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στη δικαιοσύνη, θα πρέπει οι λειτουργοί της, ανεξάρτητοι και ανεπηρέαστοι, να επιτελούν το έργο τους, αναζητώντας πάντα και με κάθε τρόπο την ανεύρεση της αλήθειας, όποια και αν είναι αυτή, όποιους και αν αφορά και θίγει, και όχι με νομικούς προσχηματισμούς και ακροβατισμούς.
Η απροκάλυπτη ώσμωση δικαστικής Αρχής και Εκτελεστικής εξουσίας εκθέτει για άλλη μια φορά τη χώρα διεθνώς ως προς τον σεβασμό των αρχών του Κράτους δικαίου».
