«Το χαρακτηριστικό στοιχείο της φετινής περιόδου είναι η αυξημένη συγκέντρωση κουνουπιών»
Η παρουσία του ιού του Δυτικού Νείλου στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα αυξημένη φέτος, με τον ΕΟΔΥ να έχει ήδη καταγράψει κρούσματα στην Αττική. Η επιτήρηση της νόσου βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, δεδομένου ότι ο ιός δραστηριοποιείται κατά τους καλοκαιρινούς και φθινοπωρινούς μήνες, μεταδιδόμενος κυρίως μέσω του τσιμπήματος μολυσμένων κουνουπιών.
«Η πλειονότητα των κρουσμάτων εντοπίζεται σε περιοχές όπως τα Σπάτα, το Μαρκόπουλο, η Παλλήνη, η Αγία Παρασκευή, καθώς και οι περιοχές της Βάρης, Βούλας και Βουλιαγμένης. Φέτος, το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η αυξημένη συγκέντρωση κουνουπιών, γεγονός που δυστυχώς αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης σοβαρών περιστατικών», δήλωσε η καθηγήτρια Επιδημιολογίας του ΕΚΠΑ, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, σε πρόσφατη συνέντευξή της στον ΣΚΑΪ.
Ο αριθμός των θυμάτων έχει ήδη φτάσει τους εννέα νεκρούς, αντίστοιχο με τον συνολικό αριθμό που είχε καταγραφεί καθ’ όλη τη διάρκεια της προηγούμενης χρονιάς. Η κυκλοφορία του ιού αναμένεται να συνεχιστεί μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου, με τους ειδικούς να τονίζουν την ανάγκη για αυξημένη επαγρύπνηση και συστηματική πρόληψη για την αποφυγή των τσιμπημάτων από κουνούπια.

Η κυρία Ψαλτοπούλου επεσήμανε ότι περίπου 8 στους 10 ανθρώπους που μολύνονται από τον ιό του Δυτικού Νείλου δεν παρουσιάζουν συμπτώματα, ενώ περίπου 2 στους 10 εκδηλώνουν ήπια συμπτωματολογία. Σε πολύ μικρότερο ποσοστό, περίπου 1 στα 100 έως 150 περιστατικά, η λοίμωξη μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή μορφή, όπως μηνιγγοεγκεφαλίτιδα, με συμπτώματα που περιλαμβάνουν υψηλό πυρετό, έντονο πονοκέφαλο και άλλες νευρολογικές διαταραχές.
Στην περίπτωση εμφάνισης νευρολογικών συμπτωμάτων, όπως σύγχυση, υπνηλία, αδυναμία στα άκρα ή σπασμοί, είναι απαραίτητη η άμεση ιατρική αξιολόγηση. Για τον ιό του Δυτικού Νείλου δεν υπάρχει διαθέσιμη ειδική αντιική θεραπεία ούτε εμβόλιο. Η αντιμετώπιση επικεντρώνεται στον έλεγχο και την ανακούφιση των συμπτωμάτων. Ασθενείς που παρουσιάζουν σοβαρή μορφή της νόσου ενδέχεται να χρειαστούν νοσηλεία σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, ενώ η θνητότητα στις σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να φτάσει έως και το 10%.
