Σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον, η εξωστρέφεια αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα για την ελληνική οικονομία. Η επέκταση στις αγορές, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και η δημιουργία μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας αποτελούν θεμελιώδεις πυλώνες για τις προοπτικές των ελληνικών εξαγωγών.
Στο πλαίσιο αυτό, η πρόσφατη μελέτη της Εθνικής Τράπεζας προσφέρει πολύτιμες διαπιστώσεις. Παρά τις ισχυρές γεωπολιτικές και δασμολογικές πιέσεις που περιορίζουν τη συνολική δυναμική των ελληνικών εξαγωγών, διαφαίνεται μια πιο σύνθετη και θετική εικόνα: η Ελλάδα συνεχίζει να κερδίζει έδαφος σε σύγκριση με τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές της. Σε ένα τόσο ρευστό και ευμετάβλητο περιβάλλον, η ικανότητα να αντιληφθούμε τις υποκείμενες δυνάμεις πίσω από τη συνολική επίδοση γίνεται ζωτικής σημασίας.
Εξαγωγές: Η Ελλάδα Ενισχύει τη Θέση της έναντι Ευρωπαίων Ανταγωνιστών
Το νέο τεύχος «Τάσεις του Επιχειρείν» της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας, μέσω μιας καινοτόμου bottom-up ανάλυσης που καλύπτει εκατοντάδες εκατομμύρια εξαγωγικές ροές, εντοπίζει τους παράγοντες που οδηγούν ή περιορίζουν την ανάπτυξη.
Οι διαφορετικές στρατηγικές των τριών βασικών κινητήρων ανόδου των εξαγωγών τροφίμων – γιαουρτιού, ακτινιδίου και φράουλας – καταδεικνύουν ότι η ενίσχυση της εξωστρέφειας δεν ακολουθεί μία ενιαία προσέγγιση, αλλά απαιτεί στοχευμένες στρατηγικές που μετατρέπουν τα κέρδη σε όγκους και μερίδια σε διατηρήσιμη εμπορική αξία.
Ο ρυθμός ανάπτυξης των ελληνικών εξαγωγών κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2026 περιορίστηκε στο 0,2% σε αποπληθωρισμένους όρους – περίπου στο 1/10 της μέσης ετήσιας επίδοσης της προηγούμενης τριετίας. Η θετική αυτή μεταβολή οφείλεται σε λιγότερους κλάδους και αγορές.
Σύμφωνα με την έρευνα, δύο ήταν οι σταθεροποιητικοί πυλώνες:
- Η Ευρώπη προσέφερε την κύρια ώθηση στις αγορές (+0,9 π.μ.), με τη συνεχιζόμενη διείσδυση στη Δυτική και την Ανατολική Ευρώπη να αντισταθμίζει τις πιέσεις από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αμερική.
- Παράλληλα, τα τρόφιμα ξεχώρισαν ως κλάδος (+1,8 π.μ.), αντισταθμίζοντας την αρνητική επίδοση κυρίως των ορυκτών, των υφασμάτων και του ελαιόλαδου.
Ωστόσο, η ασθενής συνολική επίδοση δεν αντικατοπτρίζει πλήρως την υποκείμενη ανθεκτικότητα των ελληνικών εξαγωγών. Αυτό αναδεικνύεται από τη νέα αναλυτική bottom-up μεθοδολογία, η οποία αποσυνθέτει τις εξαγωγικές ροές ανά προϊόν, χώρα, όγκο και τιμή, και τις συγκρίνει με αυτές των Ευρωπαίων ανταγωνιστών. Η Ελλάδα αύξησε ή διατήρησε το μερίδιό της σε 7 από τις 9 γεωγραφικές περιοχές και σε 9 από τους 11 κλάδους. Το συνολικό της μερίδιο στις ευρωπαϊκές εξαγωγές αυξήθηκε σε 0,59%, από 0,56% έναν χρόνο νωρίτερα. Ακόμη και στη Βόρεια Αμερική, όπου οι ελληνικές εξαγωγές μειώθηκαν, η πτώση ήταν μικρότερη από εκείνη των Ευρωπαίων ανταγωνιστών. Επομένως, η βάση της τρέχουσας ανάπτυξης είναι στενή, αλλά η σχετική υπεραπόδοση της Ελλάδας είναι ευρεία.
Η ωρίμανση της ελληνικής εξωστρέφειας είναι εμφανής στους τρεις βασικούς κινητήρες ανάπτυξης των τροφίμων – γιαούρτι, ακτινίδιο και φράουλα. Αυτοί συνεισέφεραν τα ¾ της ανόδου των εξαγωγών του κλάδου και τα ⅔ της αύξησης του μεριδίου του στην Ευρώπη. Το κοινό αποτέλεσμα είναι τα ισχυρά κέρδη σε όγκους και μερίδια, αλλά ο μηχανισμός διαφέρει ουσιαστικά ανά προϊόν:
- Το γιαούρτι ακολουθεί στρατηγική εμβάθυνσης: Εδραιώνεται σε λίγες ώριμες αγορές της Δυτικής και της Νότιας Ευρώπης, αυξάνοντας θεαματικά όγκους και μερίδια, χωρίς να χάνει τη διαφοροποιημένη του τοποθέτηση. Παρά τον υπερτριπλασιασμό του όγκου εξαγωγών την τελευταία 6ετία και την αύξηση του μεριδίου του στις ευρωπαϊκές εξαγωγές από 7% σε 20%, διατηρεί σημαντικό πλεονέκτημα τιμής, της τάξης του 30%, έναντι των Ευρωπαίων ανταγωνιστών. Αυτό αποδεικνύει ότι η αύξηση κλίμακας μπορεί να συνδυαστεί με υψηλή εμπορική αξία.
- Το ακτινίδιο ακολουθεί την αντίθετη διαδρομή: Διευρύνει δυναμικά τη γεωγραφική του παρουσία, περιορίζει την εξάρτηση από την Ιταλία (η οποία φαίνεται ότι λειτουργούσε ως ενδιάμεσος εμπορικός κόμβος) και αποκτά πιο άμεση πρόσβαση σε νέες αγορές. Αυτή η στρατηγική αποδίδει σε όγκους και μερίδια, με το ελληνικό μερίδιο στις ευρωπαϊκές εξαγωγές να αυξάνεται σε 30%, από 24% το 2019, αλλά εξακολουθεί να στηρίζεται σε χαμηλή σχετική τιμή. Το επόμενο βήμα είναι η μετατροπή της διεθνούς διείσδυσης σε υψηλότερη εμπορική αξία.
- Η φράουλα συνδυάζει τα δύο πρότυπα: Αυξάνει τα μερίδιά της τόσο στην Ανατολική (από 30% σε 60%) όσο και στη Δυτική Ευρώπη (από 2% σε 10%), ενώ παράλληλα περιορίζει σταδιακά την απόσταση τιμής από τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές. Η επόμενη φάση απαιτεί περαιτέρω τιμολογιακή αναβάθμιση στην Ανατολική Ευρώπη και την αναπαραγωγή της επιτυχίας της ελληνικής φράουλας στη Γερμανία (όπου έχει κατακτήσει μερίδιο 21% έναντι των Ευρωπαίων ανταγωνιστών) σε νέες δυτικοευρωπαϊκές αγορές.
Το ευρύτερο συμπέρασμα είναι ότι δεν χρειάζονται όλοι οι εξαγωγείς περισσότερες αγορές ή μεγαλύτερους όγκους. Χρειάζεται να ξεπεράσουν τους περιορισμούς που τους εμποδίζουν να περάσουν στο επόμενο στάδιο ανάπτυξης.
Για άλλους, ο δεσμευτικός περιορισμός είναι η πρόσβαση, για άλλους η κλίμακα, και για άλλους η αξία που καρπώνονται από την παρουσία τους στις διεθνείς αγορές. Ακριβώς αυτή τη διάγνωση επιτρέπει η νέα μεθοδολογία. Μέσω της επεξεργασίας περισσότερων από 3 εκατομμυρίων παρατηρήσεων ανά μήνα για Ελλάδα και Ευρώπη (πάνω από 250 εκατομμύρια παρατηρήσεις στο τρέχον δείγμα 2019-2026, δηλαδή δυνητικούς συνδυασμούς προϊόντων και χωρών για αξία και όγκο), η μεθοδολογία διακρίνει την ανάπτυξη μέσω premium από τη διείσδυση μέσω χαμηλής τιμής, την εδραίωση από τις συγκυριακές ροές, και τη γεωγραφική διαφοροποίηση από την εξάρτηση. Η δυνατότητα να δούμε πέρα από το «πέπλο» της συνολικής επίδοσης μετατρέπει τη μέτρηση των εξαγωγών από άσκηση καταγραφής σε εργαλείο πληροφόρησης για την επιλογή επιχειρηματικών στρατηγικών και στοχευμένων παρεμβάσεων της Πολιτείας, εκτιμούν οι αναλυτές της Εθνικής Τράπεζας.
Αυτή η δυνατότητα είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για την Ελλάδα, καθώς η ακόμη σχετικά ρηχή εξαγωγική της βάση εμφανίζει έντονη κινητικότητα και σταδιακή ωρίμανση, διεισδύοντας σε νέες αγορές και εδραιώνοντας τη θέση της στις υφιστάμενες μέσω αυξανόμενων μεριδίων.
