Οι πρόσφατες κινήσεις της Τουρκίας για τη δημιουργία θαλάσσιων πάρκων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο δεν συνιστούν απλώς μια ακόμα πτυχή στις μακροχρόνιες ελληνοτουρκικές διαφορές. Εισάγουν μια νέα, πιο σύνθετη διάσταση: την προσπάθεια μετατροπής σταθερών τουρκικών διεκδικήσεων σε εφαρμοσμένη διοικητική πρακτική και, σταδιακά, σε πραγματικότητα στο πεδίο.
Αυτό αποτελεί το κύριο σημείο προβληματισμού. Το γεωπολιτικό περιβάλλον που μας περιβάλλει εξελίσσεται με πρωτοφανή ταχύτητα. Παλαιές αντιπαλότητες ξεπερνιούνται, νέες περιφερειακές συμφωνίες διαμορφώνονται και χώρες που στο παρελθόν ανταγωνίζονταν, αναζητούν πλέον κοινά συμφέροντα. Η σύγκλιση Τουρκίας και Αιγύπτου, οι ανακατατάξεις στον αραβικό κόσμο, οι νέοι άξονες συνεργασίας και η αυξανόμενη παρουσία των μεγάλων δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο επιβεβαιώνουν ότι οι παλιές γεωπολιτικές βεβαιότητες δεν ισχύουν πλέον.
Μέσα σε αυτό το ρευστό πλαίσιο, η Άγκυρα επιδιώκει μεθοδικά να επεκτείνει την περιφερειακή της επιρροή. Διατυπώνει θέσεις, τις ενσωματώνει σε χάρτες και θεσμικές πράξεις, και στη συνέχεια προσπαθεί να τους αποδώσει χαρακτηριστικά άσκησης αρμοδιότητας. Η προστασία του περιβάλλοντος, ένας τομέας που παραδοσιακά αποτελεί πεδίο διεθνούς συνεργασίας, κινδυνεύει έτσι να μετατραπεί σε ένα ακόμα εργαλείο γεωπολιτικής προβολής και δημιουργίας τετελεσμένων.
Η Ελλάδα ορθώς απορρίπτει οποιαδήποτε μονομερή ενέργεια που θίγει τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Ωστόσο, η νομική και διπλωματική αντίδραση δεν επαρκεί. Το κρίσιμο στοιχείο μιας στρατηγικής είναι ποιος κατέχει την πρωτοβουλία και ποιος περιορίζεται στην αντίδραση στις πρωτοβουλίες του άλλου.
Η χώρα μας χρειάζεται, επομένως, μια ολοκληρωμένη πολιτική πρωτοβουλιών στο Αιγαίο: ισχυρή παρουσία στο πεδίο, επιστημονική τεκμηρίωση, ευρωπαϊκές περιβαλλοντικές δράσεις, ενεργητική διπλωματία και σταθερή δέσμευση στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.
Ο διάλογος με την Τουρκία οφείλει να συνεχιστεί. Ελλάδα και Τουρκία, λόγω γεωγραφίας και ιστορίας, είναι καταδικασμένες να συνυπάρξουν και, τελικά, να αναζητήσουν ένα δρόμο συνεργασίας. Ο διάλογος, όμως, είναι ουσιαστικός όταν βασίζεται σε σαφείς θέσεις, αμοιβαίο σεβασμό και αποφυγή μονομερών ενεργειών.
Το Αιγαίο χρειάζεται πράγματι προστασία και μπορεί να αποτελέσει πεδίο συνεργασίας αντί αντιπαράθεσης. Όχι όμως μέσω δημιουργίας τετελεσμένων.
Στη νέα γεωπολιτική εποχή που διαμορφώνεται, η Ελλάδα δεν μπορεί να περιορίζεται στον ρόλο του αντιδρώντος. Οφείλει να προβλέπει, να σχεδιάζει και να προηγείται. Διότι στην εξωτερική πολιτική, η πρωτοβουλία δεν είναι απλώς πλεονέκτημα. Είναι έκφραση εθνικής ισχύος.
Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή
