Το δημογραφικό κενό, που προκύπτει από τις μαζικές συνταξιοδοτήσεις των τελευταίων ετών, έχει δημιουργήσει σημαντικές ελλείψεις θέσεων εργασίας. Κορυφαίοι κλάδοι της οικονομίας αναζητούν εργαζομένους, με τέσσερις από αυτούς να συμβάλλουν ενεργά στη μείωση της ανεργίας.
Διαβάστε: ΔΥΠΑ: Επιπλέον 8.000 επιδοτούμενες θέσεις στο πρόγραμμα απασχόλησης ανέργων 55 ετών και άνω
Κενά στην Αγορά Εργασίας: Ποιοι Κλάδοι Αντιμετωπίζουν Περιορισμένο Εργατικό Δυναμικό
Οι κλάδοι με τα υψηλότερα θετικά ισοζύγια προσλήψεων είναι τα καταλύματα, η εστίαση, το λιανικό εμπόριο, καθώς και η δημόσια διοίκηση και άμυνα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 καταγράφηκαν 52.231 κενές θέσεις εργασίας. Περίπου μία στις τρεις θέσεις αφορούσε τον τουρισμό και την εστίαση, όπου εντοπίστηκαν 18.192 κενές θέσεις. Ακολουθούν το χονδρικό και λιανικό εμπόριο, η δημόσια διοίκηση και άμυνα, η μεταποίηση και ο τομέας της Υγείας.
Η εξέλιξη των κενών θέσεων εργασίας τα τελευταία χρόνια είναι ενδεικτική: αυξήθηκαν από 32.850 το πρώτο τρίμηνο του 2023 σε 70.826 το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024 (άνοδος 115,6%). Το 2025 υπήρξε αποκλιμάκωση στις 52.070 θέσεις, ενώ το 2026 παρέμειναν σταθερές στις 52.231 (μόλις 0,3% άνοδος). Παρά τη σταθεροποίηση, η ζήτηση για εργαζομένους παραμένει σημαντικά υψηλότερη από το 2023 και πολλαπλάσια σε σχέση με προηγούμενα έτη.
Τουρισμός και Εστίαση στην Κορυφή των Αναγκών σε Προσωπικό
Ο τουρισμός και η εστίαση διατηρούν σταθερά την πρώτη θέση στις ανάγκες για προσωπικό. Οι κενές θέσεις παρουσίασαν αύξηση από 7.466 το 2023 σε 25.398 το 2024, μειώθηκαν σε 11.028 το 2025 και αυξήθηκαν ξανά σε 18.192 το 2026.
Στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, οι κενές θέσεις διαμορφώθηκαν σε 6.123 το πρώτο τρίμηνο του 2026, από 8.541 το 2025 και 9.038 το 2024. Παρόλο που υπάρχει μείωση, οι θέσεις παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.
Αυξημένες ανάγκες παρατηρούνται και στη δημόσια διοίκηση και άμυνα. Από 2.099 κενές θέσεις το 2023, ο αριθμός έφτασε τις 6.624 το 2024, και παρά την υποχώρηση του 2025, διαμορφώθηκε σε 5.389 το 2026.
Στη μεταποίηση, οι κενές θέσεις έφτασαν τις 6.280 το 2024 (έναντι 3.710 το 2023), για να περιοριστούν σε 3.984 το 2026. Στις κατασκευές, παρατηρήθηκε έντονη αύξηση έως το 2024 (4.393 κενές θέσεις), πριν μειωθούν σε 2.611 το 2026.
Στην Υγεία και την κοινωνική μέριμνα, οι ανάγκες σε προσωπικό παραμένουν υψηλές. Οι κενές θέσεις αυξήθηκαν από 2.569 το 2023 σε 4.760 το 2024, και διαμορφώθηκαν σε 3.976 το πρώτο τρίμηνο του 2026. Στην Εκπαίδευση, οι κενές θέσεις αυξήθηκαν από 371 το 2023 σε 2.331 το 2024, φτάνοντας τις 2.483 το 2026, την υψηλότερη επίδοση της εξεταζόμενης περιόδου.
Το παράδοξο της σημερινής αγοράς εργασίας είναι η αύξηση των κενών θέσεων, ενώ η ανεργία παραμένει κάτω από το 10%. Αυτή η εικόνα διαφέρει σημαντικά από το 2015, όπου το πρώτο τρίμηνο καταγράφηκαν 15.367 κενές θέσεις, σε περίοδο πολύ υψηλής ανεργίας.
Δεν Επαρκεί ο Αριθμός των Διαθέσιμων Εργαζομένων
Σήμερα, οι 52.231 κενές θέσεις συνυπάρχουν με χαμηλότερη ανεργία, αλλά και με ένα εργατικό δυναμικό που συρρικνώνεται. Ο αριθμός των διαθέσιμων εργαζομένων δεν επαρκεί για να καλύψει όλες τις προσφερόμενες θέσεις. Παράλληλα, ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού, κυρίως γυναίκες, παραμένει εκτός αγοράς εργασίας. Οι συνταξιοδοτήσεις των μεγαλύτερων ηλικιακά εργαζομένων δημιουργούν πρόσθετα κενά, τα οποία δεν καλύπτονται επαρκώς από τους νέους που εισέρχονται στην αγορά.
Αυτή η εξέλιξη μετατρέπει την έλλειψη προσωπικού από ένα προσωρινό πρόβλημα σε μια διαρθρωτική πρόκληση για την ελληνική οικονομία. Τουρισμός, εμπόριο, μεταποίηση, κατασκευές και Υγεία βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, με τις επιχειρήσεις να αναζητούν εργαζομένους σε μια αγορά με περιορισμένη προσφορά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για την ανεργία ανά φύλο. Οι γυναίκες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σαφώς υψηλότερο ποσοστό ανεργίας από τους άνδρες. Το πρώτο τρίμηνο του 2026, η ανεργία στις γυναίκες ανήλθε στο 12,6%, έναντι 6,9% στους άνδρες.
Η απόσταση μεταξύ των δύο φύλων διευρύνθηκε μέσα σε ένα χρόνο: από 4,4 ποσοστιαίες μονάδες το πρώτο τρίμηνο του 2025, έφτασε τις 5,7 μονάδες το πρώτο τρίμηνο του 2026. Αυτό οφείλεται στη μείωση της ανεργίας κατά 0,4 μονάδες στους άνδρες, ενώ αυξήθηκε κατά 0,9 μονάδες στις γυναίκες.
Ανησυχία προκαλεί και η πορεία της ανεργίας των νέων. Στην ηλικιακή ομάδα 15-29 ετών, το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε στο 19,1%, από 18,4% έναν χρόνο νωρίτερα, καταγράφοντας άνοδο 0,7 ποσοστιαίας μονάδας.
Η Ανάλυση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ
Στην ίδια κατεύθυνση, με διαφορετική έμφαση, κινείται και η ανάλυση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ. Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ περιγράφει την αγορά εργασίας ως μια αγορά με ουσιαστική, αλλά άνιση και ποιοτικά ανεπαρκή ανάκαμψη.
Σύμφωνα με την ανάλυση, το 2025 σημειώθηκε σαφής βελτίωση σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία: η απασχόληση αυξήθηκε, η ανεργία υποχώρησε και η υποαπασχόληση περιορίστηκε. Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη, όπως υποστηρίζει το Ινστιτούτο, δεν επαρκεί για τη μετάβαση σε ένα σταθερό και κοινωνικά βιώσιμο μοντέλο εργασίας.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ελληνική αγορά εργασίας έχει ανακάμψει κυρίως σε ποσοτικούς όρους, χωρίς να έχει επιτευχθεί αντίστοιχη αναβάθμιση της ποιότητας των θέσεων εργασίας.
Δημοσιεύθηκε στο Money Pro των Παραπολιτικών
