Δημοσκοπήσεις: Το Ρεύμα για Αλλαγή Συναντά Εμπόδια στον Πολιτικό Κατακερματισμό – Ανάλυση του Εκλογικού Τοπίου Πέρα από τους Αριθμούς

Δυτικά Προάστια Team

Η τελευταία δημοσκόπηση της Marc, λίγο πριν την καλοκαιρινή παύση, θυμίζει τον στίχο «όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν». Οι βασικοί συσχετισμοί, όπως αποτυπώνονται στην εκτίμηση ψήφου, παραμένουν σταθεροί. Η ΝΔ διατηρεί την πρώτη θέση, με την «Συμφωνία» του Τσίπρα να ακολουθεί στη δεύτερη, και το ΠΑΣΟΚ στην τρίτη. Την ίδια στιγμή, το νεοσύστατο κόμμα της κ. Καρυστιανού εμφανίζει πτωτική πορεία. Ωστόσο, δύο παράγοντες χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής, προβληματίζοντας έντονα τόσο την κυβέρνηση όσο και τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα. Αυτοί οι παράγοντες αφορούν, πρώτον, το δίλημμα «πολιτική αλλαγή ή σταθερότητα» και, δεύτερον, την απήχηση των κομμάτων στους νέους ψηφοφόρους.

Διαβάστε: Δημοσκόπηση GPO για την Περιφέρεια Αττικής για τα Παραπολιτικά: Ψήφος εμπιστοσύνης στον Χαρδαλιά – Στάθμευση, ακρίβεια και ασφάλεια τα μεγάλα προβλήματα για τους πολίτες

Το Δίλημμα της Κάλπης

Στην ουσία, η επιθυμία για «πολιτική αλλαγή μέσω άλλων κομμάτων» έχει ισχυρή πλειοψηφία, με το 54% των ψηφοφόρων να την υποστηρίζει. Αυτό το ρεύμα αλλαγής οφείλεται κυρίως στην κόπωση από τη μακρά διακυβέρνηση της ΝΔ και την αναζήτηση εναλλακτικών κυβερνητικών σχημάτων. Συνεπώς, δεν είναι τυχαία η έμφαση που δίνουν το ΠΑΣΟΚ, η «Συμφωνία», αλλά και μικρότερες δυνάμεις, στο αίτημα για πολιτική αλλαγή.

Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να υποτιμάται το 41% των ερωτηθέντων που προκρίνει την πολιτική συνέχεια και τη σταθερότητα. Αυτό αποτελεί βασικό πυλώνα για την κυβερνώσα παράταξη, η οποία αναμένεται να το αξιοποιήσει προεκλογικά, θεωρώντας το ως την «δεξαμενή» για την επίτευξη του στόχου της αυτοδυναμίας. Γιατί, λοιπόν, το ρεύμα του 54% υπέρ της αλλαγής δεν μεταφράζεται σε ισχυρή πολιτική πρόταση; Η απάντηση βρίσκεται στον συνεχιζόμενο κατακερματισμό του αντιπολιτευτικού χώρου και στις αντικρουόμενες προγραμματικές θέσεις. Το 54% δεν συνιστά μια εναλλακτική κυβερνητική πρόταση με δυναμική. Αντιθέτως, διασπάται σε πολλές δυνάμεις, τόσο δεξιά όσο και αριστερά του πολιτικού φάσματος, με διαφορετικούς ηγέτες, ανταγωνισμούς και αντιφατικές πολιτικές κατευθύνσεις.

Συνέπεια αυτού είναι η αδυναμία των πολιτικών φορέων της αντιπολίτευσης να παρουσιαστούν ως εγγυητές της σταθερότητας, ακόμα κι αν υπάρξει αλλαγή στην εξουσία. Οι αντιπολιτευτικές τακτικές δημιουργούν σύγκρουση μεταξύ της επιθυμίας για αλλαγή και της ανάγκης για σταθερότητα μετά τις εκλογές. Αυτό το κλίμα επιβαρύνει τη γενικότερη πολιτική ατμόσφαιρα, δημιουργώντας αίσθημα αβεβαιότητας.

Στην έρευνα της Marc, ένα ακόμα στοιχείο χρήζει προσοχής για τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Στο ερώτημα σχετικά με την πολιτική αλλαγή ή σταθερότητα, το ποσοστό υπέρ της αλλαγής μεταξύ όσων δηλώνουν ότι δεν έχουν πολιτική ταύτιση εκτοξεύεται: το 61,9% τάσσεται υπέρ, ενώ μόλις το 27,1% επιλέγει τη σταθερότητα. Το ενδιαφέρον είναι πως η πλειοψηφία αυτών που δεν δηλώνουν κομματική ταύτιση είναι νέοι. Εδώ, τα πράγματα περιπλέκονται τόσο για τη ΝΔ όσο και για τα δύο κόμματα που ακολουθούν δημοσκοπικά. Για τη ΝΔ, στις ηλικίες 17-44 ετών, το ποσοστό πέφτει στο 20,5%. Αντίθετα, στις ηλικίες 65 και άνω, απογειώνεται στο 45,6%. Παρόμοια εικόνα παρουσιάζει και η «Συμφωνία»: στις ηλικίες 17-44 είναι στο 13,6%, ενώ στους 65 και άνω φτάνει το 16,5%. Το ίδιο ισχύει και για το ΠΑΣΟΚ: στις ηλικίες 17-44 κινείται στο 8,2% και στους 65 και άνω φτάνει το 12,2%.

Το Χάσμα με τη Νέα Γενιά

Όσον αφορά στις προτιμήσεις των νεότερων ηλικιών, αυτές κατανέμονται σε μικρότερα κόμματα, με εντυπωσιακές επιδόσεις. Ενδεικτικά, η «Πλεύση Ελευθερίας» καταγράφει ποσοστό 8,4% στους νεότερους, ενώ μηδενικό στους μεγαλύτερους. Ενώ ο αντισυστημισμός μέρους των νέων τροφοδοτεί, κατά ένα μέρος, μικρότερα κόμματα, η έρευνα αναδεικνύει την αδυναμία των «θεσμικών» κομμάτων να επικοινωνήσουν με τους νέους ή γενικότερα με όσους δεν δηλώνουν πολιτική τοποθέτηση. Δημιουργείται, δηλαδή, ένα ιδιότυπο χάσμα ανάμεσα στις δυνάμεις που διαχειρίζονται ή επιθυμούν να διαχειριστούν τη χώρα τα επόμενα χρόνια και τους νεότερους, οι οποίοι δεν βρίσκουν σε αυτές την προοπτική αλλαγής μέσω της ψήφου τους. Δεν είναι άσχετος με αυτό το χάσμα και ο προγραμματικός λόγος των περισσότερων κομμάτων, ο οποίος απευθύνεται πρωτίστως στις μεγαλύτερες ηλικίες, καθώς αυτές αποτελούν τη βασική «δεξαμενή» ψήφων. Μια τέτοια προσέγγιση, σε συνδυασμό με την αδυναμία πολιτικής επικοινωνίας με τους νεότερους, μπορεί να ερμηνεύεται ως κοντόφθαλμη, με την ελπίδα να αποδώσει στην επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση. Ωστόσο, δεν επαρκεί για να πείσει μεγάλες ομάδες νέων να στραφούν δυναμικά και μαζικά σε κάποιον φορέα που διακηρύσσει την πολιτική αλλαγή. Και ενώ αυτό αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα της κυβέρνησης, ταυτόχρονα αποκαλύπτει την αδυναμία των κομμάτων της αντιπολίτευσης να κεφαλαιοποιήσουν τη δυσφορία και την απογοήτευση μέρους της κοινής γνώμης στις νεότερες ηλικίες.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Στο Καρφί».

Διαμοιρασμός του άρθρου