Η Δύσκολη Πραγματικότητα της Στέγασης για τους Νέους στην Ελλάδα: Το 56,3% Ζει στο Πατρικό, Ενώ Αθήνα και Θεσσαλονίκη Αντιμετωπίζουν Εντονότερες Δυσκολίες

Δυτικά Προάστια Team

Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα δεν είναι πλέον απλώς θέμα αυξανόμενων τιμών ακινήτων και ενοικίων. Αντανακλάται έντονα στην καθημερινότητα των νέων, οι οποίοι δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να αποκτήσουν τη δική τους κατοικία και να δημιουργήσουν ένα ανεξάρτητο νοικοκυριό. Η εκτόξευση του κόστους στέγασης, σε συνδυασμό με τους χαμηλούς μισθούς σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες διαβίωσης και το αυξημένο κόστος της καθημερινότητας, καθιστούν την έξοδο από το πατρικό σπίτι έναν στόχο που για πολλούς μοιάζει πλέον απρόσιτος.

Διαβάστε: ∆ΝΤ για την ελληνική στεγαστική κρίση: Στα 785 ευρώ το µέσο ενοίκιο στην Αττική το 2026 – Ανατιµήσεις 85% στα ακίνητα από το 2016, πάνω από 200.000 ευρώ το 55% των κατοικιών

Στεγαστικό: Η Ελλάδα Δεύτερη σε Επίδοση στην ΕΕ

Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat αποτυπώνουν με σαφήνεια αυτή την εικόνα, τοποθετώντας την Ελλάδα στη δεύτερη υψηλότερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς το ποσοστό των νέων ηλικίας 25-34 ετών που διαμένουν ακόμα με τους γονείς τους. Αυτός ο δείκτης δεν αποτυπώνει μόνο την κατάσταση στην αγορά κατοικίας, αλλά και πόσο δύσκολη έχει γίνει η οικονομική αυτονόμηση μιας ολόκληρης γενιάς.

Συγκεκριμένα, το 56,3% των νέων ηλικίας 25-34 ετών στην Ελλάδα ζει στο οικογενειακό σπίτι, έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου που ανέρχεται μόλις στο 30,1%. Αυτό σημαίνει ότι περισσότεροι από ένας στους δύο νέους στη χώρα δεν έχουν καταφέρει ακόμη να αποκτήσουν τη δική τους κατοικία ή να νοικιάσουν ένα σπίτι για αυτόνομη διαβίωση. Η διαφορά σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι εντυπωσιακή, καθώς το ποσοστό στην Ελλάδα είναι σχεδόν διπλάσιο. Μόνο η Κροατία εμφανίζει χειρότερη επίδοση, με το 62,3% των νέων να παραμένει στο πατρικό σπίτι. Ακολουθούν η Σλοβακία (54,3%), η Πολωνία (51%), η Ιταλία (50,7%) και η Ισπανία (50,2%), γεγονός που υποδηλώνει ότι το πρόβλημα είναι εντονότερο σε χώρες της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης. Αυτές οι οικονομίες μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά, όπως χαμηλότερα εισοδήματα, δυσκολότερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας, υψηλότερη στεγαστική επιβάρυνση και περιορισμένη διαθεσιμότητα προσιτών κατοικιών. Αντίθετα, οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης παρουσιάζουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Στη Δανία, μόλις το 3,9% των νέων ηλικίας 25-34 ετών ζει με τους γονείς του, ενώ στη Φινλανδία το αντίστοιχο ποσοστό είναι 4%. Ακολουθούν η Σουηδία (7,5%), η Ολλανδία (10,9%), η Γερμανία (13,5%) και η Γαλλία (14,8%).

Η σύγκριση είναι αποκαλυπτική. Στη Δανία, μόνο ένας στους 25 νέους παραμένει στο οικογενειακό σπίτι, ενώ στην Ελλάδα περισσότεροι από ένας στους δύο.

Οικονομικοί Παράγοντες Πίσω από την Κατάσταση

Αυτή η μεγάλη απόκλιση δεν εξηγείται μόνο από διαφορετικές κοινωνικές ή πολιτισμικές αντιλήψεις σχετικά με την οικογένεια. Αντίθετα, αντανακλά κυρίως τις διαφορές στις οικονομικές συνθήκες, στους μισθούς, στις δυνατότητες χρηματοδότησης, στην ύπαρξη κοινωνικής κατοικίας και στη συνολική λειτουργία της αγοράς κατοικίας. Στις περισσότερες χώρες της Βόρειας Ευρώπης, οι νέοι μπορούν ευκολότερα να νοικιάσουν ή να αγοράσουν την πρώτη τους κατοικία, χάρη σε υψηλότερα εισοδήματα, καλύτερη πρόσβαση σε στεγαστική χρηματοδότηση και μεγαλύτερη προσφορά κατοικιών προς ενοικίαση. Στην Ελλάδα, η αγορά κατοικίας παραμένει υπό έντονες πιέσεις. Τα τελευταία χρόνια, οι τιμές πώλησης των ακινήτων αυξάνονται σταθερά, ενώ οι ανατιμήσεις στα ενοίκια είναι ακόμη μεγαλύτερες. Η περιορισμένη προσφορά διαθέσιμων κατοικιών, η αυξημένη επενδυτική δραστηριότητα, η ανάπτυξη της βραχυχρόνιας μίσθωσης σε πολλές περιοχές και η έντονη ζήτηση τόσο από Έλληνες όσο και από ξένους αγοραστές έχουν περιορίσει σημαντικά τις επιλογές για όσους αναζητούν μια οικονομικά προσιτή κατοικία.

Η κατάσταση επιδεινώνεται στα μεγάλα αστικά κέντρα. Στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, καθώς και σε περιοχές με έντονη τουριστική δραστηριότητα, τα διαθέσιμα διαμερίσματα προς ενοικίαση είναι λιγότερα, ενώ οι ζητούμενες τιμές έχουν αυξηθεί σημαντικά. Για έναν νέο εργαζόμενο στην αρχή της καριέρας του, το ενοίκιο απορροφά πλέον μεγάλο μέρος του μηνιαίου εισοδήματός του. Με την προσθήκη των λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας, των κοινόχρηστων, των μετακινήσεων και των άλλων βασικών δαπανών διαβίωσης, η ανεξάρτητη κατοικία μετατρέπεται σε μια εξαιρετικά δαπανηρή επιλογή.

Ως αποτέλεσμα, όλο και περισσότεροι νέοι επιλέγουν – ή αναγκάζονται – να παραμείνουν στο πατρικό τους σπίτι, όχι επειδή δεν επιθυμούν την ανεξαρτησία, αλλά επειδή η οικονομική πραγματικότητα τους εμποδίζει να καλύψουν το αυξημένο κόστος στέγασης.

Επιπτώσεις στην Υπογεννητικότητα και την Οικογένεια

Οι συνέπειες αυτής της πραγματικότητας δεν περιορίζονται μόνο στην αγορά κατοικίας. Η καθυστέρηση της οικονομικής ανεξαρτησίας μεταθέτει χρονικά τη δημιουργία νέων νοικοκυριών, επηρεάζει αποφάσεις όπως ο γάμος ή η απόκτηση παιδιών και παρατείνει την οικονομική εξάρτηση των νέων από την οικογένεια. Ταυτόχρονα, επηρεάζει και τη λειτουργία της ίδιας της αγοράς ακινήτων, καθώς περιορίζεται η ζήτηση για μικρότερες κατοικίες, οι οποίες παραδοσιακά αποτελούν την πρώτη επιλογή ενός νέου ανθρώπου.

Δημοσιεύτηκε στην «Κυριακάτικη Απογευματινή».

Διαμοιρασμός του άρθρου