Ο δημόσιος διάλογος γίνεται ολοένα και πιο θορυβώδης. Οι τόνοι ανεβαίνουν εύκολα, οι χαρακτηρισμοί περισσεύουν και, συχνά, οι ιδέες υποχωρούν μπροστά στην προσωπική αντιπαράθεση. Είναι εύκολο να το συνηθίσουμε. Και φαίνεται πως, δυστυχώς, το συνηθίζουμε. Δεν θα έπρεπε, όμως, να το αποδεχτούμε ως κανονικότητα.
Γιατί υπάρχουν στιγμές που δεν δοκιμάζονται οι αντοχές ενός πολιτικού. Δοκιμάζονται οι αντοχές της ίδιας της Δημοκρατίας. Όχι επειδή απειλούνται οι θεσμοί. Αλλά επειδή φτωχαίνει ο δημόσιος λόγος. Επειδή η πολιτική αντιπαράθεση εγκαταλείπει τις ιδέες και μετατρέπεται σε διαγωνισμό προσωπικής απαξίωσης. Επειδή αρχίζουμε να θεωρούμε φυσιολογικό αυτό που δεν θα έπρεπε ποτέ να γίνει κανονικότητα.
Η Δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από λιγότερες διαφωνίες. Έχει ανάγκη από καλύτερες διαφωνίες. Άλλωστε, η διαφωνία δεν συνιστά πρόβλημα για τη Δημοκρατία· είναι υπαρξιακή της προϋπόθεση. Σε μια ζωντανή Δημοκρατία είναι αναμενόμενο να συγκρούονται διαφορετικές ιδέες, διαφορετικές προτεραιότητες, διαφορετικά οράματα για τη χώρα. Από αυτή τη σύγκρουση γεννιούνται οι καλύτερες λύσεις, ελέγχεται η εξουσία και ενισχύεται η λογοδοσία. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η διαφωνία παύει να αφορά τις ιδέες και στρέφεται εναντίον των προσώπων. Όταν ο πολιτικός αντίπαλος δεν αντιμετωπίζεται ως φορέας μιας διαφορετικής άποψης, αλλά ως κάποιος που πρέπει να απαξιωθεί, να γελοιοποιηθεί ή να αποκλειστεί από τη δημόσια συζήτηση. Τότε η πολιτική χάνει τον ουσιαστικό της σκοπό και η Δημοκρατία φτωχαίνει.
Τα τελευταία χρόνια μοιάζει να συγχέουμε την ένταση με την αυθεντικότητα. Σαν να πιστεύουμε ότι όσο πιο προσβλητικός είναι ο λόγος, τόσο πιο αληθινός είναι. Ότι όσο πιο ακραία είναι η σύγκρουση, τόσο πιο γνήσια είναι η πολιτική. Είναι μια επικίνδυνη αυταπάτη. Η ένταση δεν είναι απόδειξη αλήθειας. Και η προσβολή δεν είναι επιχείρημα. Συζητούμε για την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και «ανησυχούμε» γιατί οι πολίτες απομακρύνονται από αυτούς. Μα αυτή η εμπιστοσύνη δεν οικοδομείται μόνο από τις αποφάσεις τους, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η δημόσια συζήτηση γύρω από αυτές. Όταν κάθε διαφωνία μετατρέπεται σε ηθική καταδίκη και κάθε αντίπαλος παρουσιάζεται ως εχθρός της Δημοκρατίας, ο πολίτης δεν απομακρύνεται μόνο από τα πρόσωπα. Απομακρύνεται από την ίδια τη δημοκρατική διαδικασία.
Γιατί η Δημοκρατία είναι πρωτίστως κουλτούρα, πολύ περισσότερο από ένα σύστημα κανόνων. Είναι μια καθημερινή άσκηση αυτοσυγκράτησης, ευθύνης και αναγνώρισης του άλλου ως ισότιμου συνομιλητή. Όχι επειδή συμφωνούμε μαζί του, αλλά επειδή αναγνωρίζουμε ότι εκπροσωπεί πολίτες με την ίδια δημοκρατική νομιμοποίηση που έχουμε και εμείς. Και κάτι εξίσου σημαντικό: Η αυτοσυγκράτηση δεν είναι αδυναμία.
Είναι δύναμη που αναβαθμίζει την πολιτική αντιπαράθεση, καθώς ενισχύει τη σαφήνεια και την αξιοπιστία των θέσεων. Σε μια εποχή όπου ο θόρυβος συχνά επιβραβεύεται περισσότερο από το επιχείρημα, η επιλογή της θεσμικής σοβαρότητας ίσως είναι η πιο δύσκολη, αλλά και η πιο αναγκαία πολιτική στάση. Τελικά, η ποιότητα της Δημοκρατίας μας δεν θα κριθεί ποτέ από το αν πάψουμε να διαφωνούμε. Θα κριθεί από το αν θα συνεχίσουμε να πιστεύουμε ότι ακόμα και η πιο βαθιά διαφωνία μπορεί να συνυπάρχει με τον σεβασμό, την ευθύνη και την αναγνώριση της δημοκρατικής νομιμοποίησης του άλλου. Αυτό είναι τελικά η μεγαλύτερη δύναμη μιας ώριμης Δημοκρατίας.
Της Ιωάννας Λυτρίβη, PhD, βουλευτού Επικρατείας με τη Ν.∆., τ. υφυπουργού Παιδείας
Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά
