Η Τουρκία επανέφερε τις διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο με την έκδοση Navtex από τον σταθμό της Αττάλειας, η οποία αφορά την πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA» και θα διεξαχθεί σε θαλάσσια περιοχή νότια του Καστελόριζου. Η άσκηση αυτή είχε προηγουμένως λάβει άδεια από τον σταθμό Ηρακλείου.
Με αυτήν την κίνηση, η Τουρκία επιδιώκει να στείλει το μήνυμα στην Αθήνα ότι η συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή εμπίπτει στην αρμοδιότητά της.
Διαβάστε: Τουρκία: Ανεβάζει την ένταση με δύο αντι-NAVTEX για το Καλώδιο και την κυπριακή ΑΟΖ – Το επόμενο βήμα της Αθήνας και ο ρόλος της Γαλλίας
Η αμφισβήτηση της αρμοδιότητας της Ελλάδας να εκδώσει Navtex στην περιοχή από όπου θα διέλθει το καλώδιο GSI, η οποία συμπίπτει με την περιοχή της άσκησης «EUNOMIA», προκαλεί έντονο προβληματισμό στην Αθήνα. Παράλληλα, ο φιλοκυβερνητικός τουρκικός τύπος (Χουριέτ) αναφέρεται σε «Προειδοποίηση της Άγκυρας στην Αθήνα», υπενθυμίζοντας ότι στην ίδια θαλάσσια περιοχή τουρκικά πλοία είχαν διακόψει τις εργασίες πόντισης του καλωδίου (κοντά στην Κάσο και το Καστελόριζο) το 2024.
Νέα πρόκληση από την Τουρκία με Navtex νότια του Καστελόριζου
Υπό αυτές τις συνθήκες, το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών αναμένεται να δώσει εντολή στην Υδρογραφική Υπηρεσία του Πολεμικού Ναυτικού Ηρακλείου για την έκδοση Navtex, ώστε να ξεκινήσουν οι εργασίες βυθομέτρησης της περιοχής όπου θα ποντιστεί το ηλεκτρικό καλώδιο που θα συνδέσει την Κύπρο με την Ελλάδα.
Οι εξελίξεις αυτές έρχονται δέκα ημέρες μετά την αναχώρηση του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, από την Αθήνα, ο οποίος είχε δώσει εγγυήσεις για τα έργα συνδεσιμότητας στα οποία συμμετέχει η Ελλάδα. Ωστόσο, το ενδεχόμενο μιας ελληνοτουρκικής κρίσης επαναφέρει στο προσκήνιο το κρίσιμο ερώτημα σχετικά με τη στάση που θα τηρήσει ο αμερικανικός παράγοντας σε περίπτωση στρατιωτικής εμπλοκής.
Όπως επισημαίνει ο πρώην Πρέσβης της Ελλάδας στην Ουάσιγκτον, Αλέξανδρος Μαλλιάς, στο parapolitika.gr, κατά την παρατεταμένη κρίση του 2020 στο Αιγαίο, η αμερικανική πλευρά, επί προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ, δεν παρενέβη έγκαιρα για την αποτροπή της κλιμάκωσης. Την ενεργό αποτρεπτική παρουσία με αεροναυτικές δυνάμεις ανέλαβαν τότε η Γαλλία και τα ΗΑΕ, ενώ οι ΗΠΑ παρενέβησαν μόνο στο τέλος με την επίσκεψη του Μάικ Πομπέο.
Όπως θυμίζει ο κ. Μαλλιάς, «μετά τη μεταπολίτευση, δηλαδή από το 1975 και εντεύθεν, το ζήτημα των απειλών της Τουρκίας για πόλεμο κατά της Ελλάδος –γιατί αυτή είναι η σωστή ορολογία, «απειλές για κήρυξη πολέμου κατά της Ελλάδος»– απειλές για την ελληνική κυριαρχία και αμφισβητήσεις της εδαφικής μας ολοκλήρωσης (δηλαδή ό,τι μας έχει δοθεί με διεθνείς πολυμερείς συνθήκες και μας ανήκει, αποτελεί δηλαδή εθνική κυριαρχία) το αμφισβητεί η Τουρκία. Το ζήτημα λοιπόν αυτό αποτέλεσε αντικείμενο συνομιλιών, συχνά μεταξύ της Ελλάδος και των ΗΠΑ. Έχω, μπροστά μου τα πρακτικά των συνομιλιών του προέδρου Φορντ με τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον Μάιο του ’75 στις Βρυξέλλες με την ευκαιρία της διάσκεψης κορυφής του ΝΑΤΟ, όπου ο ίδιος ο Φορντ είπε στον τότε πρωθυπουργό, ότι «εμείς είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε μία επιστολή διαβεβαίωσης προς εσάς για το τι θα κάνουμε ώστε να μην υπάρξει πολεμική σύγκρουση με την Τουρκία». Περί αυτού μιλάμε, γιατί η λέξη ένταση, η λέξη κλιμάκωση καμία φορά δεν αποδίδει την πραγματική εικόνα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες τότε, ένα χρόνο αργότερα, στις 10 Απριλίου 1976, με υπουργό Εξωτερικών τον Χένρι Κίσινγκερ, κατ’ εντολή του προέδρου Φορντ, έστειλε μία επιστολή, προς τον Υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδος Δημήτριο Μπίτσιο, το περιεχόμενο της οποίας είχε αποτελέσει αντικείμενο πολύμηνων συνομιλιών, στην οποία έλεγε μεταξύ άλλων ότι «οι διενέξεις πρέπει να λύνονται με ειρηνικές διαδικασίες», αυτό προβλέπει άλλωστε και ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών προς τούτο και «ότι κάθε μέρος πρέπει να αποφεύγει προκλητικές ενέργειες. Έχομεν ήδη διαδηλώσει την πεποίθησή μας ότι καμία πλευρά δεν θα έπρεπε να επιδιώξει στρατιωτική επίλυση των διενέξεων αυτών. Τούτο δε παραμένει η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών. Συνεπώς, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αντιτάσσονται ενεργώς και ανεπιφυλάκτως εις την αναζήτηση υπό εκατέρας πλευράς στρατιωτικής λύσης των διενέξεων και θα καταβάλλουν μείζονα προσπάθεια για να παρεμποδίσουν μία τοιαύτη εξέλιξη των πραγμάτων». Δοθέντος ότι μόνο η Τουρκία απειλεί την Ελλάδα συνεχώς με πόλεμο (και το casus belli αυτό σημαίνει, κήρυξη πολέμου), είναι σαφές ότι οι ΗΠΑ διαβεβαίωναν την Ελλάδα ότι εάν αντιληφθούν ότι η Τουρκία πρόκειται να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία, να κηρύξει πόλεμο, θα παρενέβαιναν.
Από το ’76, ερχόμαστε μετά από 50 χρόνια, στη συνέντευξη του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, που επισκέφθηκε προ ημερών την Ελλάδα και όταν ρωτήθηκε για το ενδεχόμενο ελληνοτουρκικής σύγκρουσης, είπε ότι «για μένα θα ήταν αδιανόητο να συμβεί κάτι τέτοιο. Πρόκειται για δύο συμμάχους και εταίρους του ΝΑΤΟ, οπότε απλώς δεν μπορεί να συμβεί». Άρα έχουμε σχεδόν την ίδια διατύπωση από το ’76 μέχρι το 2026. Αρκεί αυτό; Η απάντησή μου είναι όχι. Διότι είδαμε στην κρίση του 2020, η οποία ήταν η μακρύτερη σε χρόνο, η εντονότερη σε ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων, κυρίως αεροναυτικών στοιχείων στο Αιγαίο. Είχαμε την αντιπαράθεση των δύο στόλων στο Αιγαίο για πάνω από τρεις μήνες, και είχε προηγηθεί η απόπειρα της τουρκικής παραβίασης στα χερσαία μας σύνορα στον Έβρο. Συνεπώς, τότε είδαμε ότι για πρώτη φορά μετά το 1976 και επί προέδρου Τραμπ το ’20, ότι δεν παρενέβησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Παρενέβησαν ενεργώς με αποστολή αεροναυτικών δυνάμεων η Γαλλία, και επίσης και τα Εμιράτα είχαν στείλει κάποια μοίρα αεροσκαφών στην Κρήτη. Αλλά κυρίως η Γαλλία. Προς το τέλος της εμπλοκής, της κρίσης η οποία δεν κατέληξε σε εμπλοκή, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρενέβησαν με την αποστολή του Υπουργού Εξωτερικών, του Μάικ Πομπέο. Συνεπώς, δεν στηριζόμαστε σε κάποιον άλλον για να αποτρέψει την Τουρκία. Όμως, θα έλεγα, λαμβανομένου υπόψη του πώς κινείται γενικώς ο πρόεδρος Τραμπ σήμερα, ήταν ένα θετικό μήνυμα προς τη σωστή κατεύθυνση και θα έλεγα, για να είμαι και απόλυτα ειλικρινής, ήταν μία θέση η οποία εξυπηρετεί τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών. Δεν θα ήθελαν να δουν διά στόματος Ρούμπιο, μία πολεμική σύγκρουση μεταξύ δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ».
Αβεβαιότητα
Σ’ αυτό το πλαίσιο, η αβεβαιότητα επιτείνεται ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ. Μια πιθανή ήττα των Ρεπουμπλικανών ενδέχεται να καταστήσει τον Τραμπ ακόμη πιο απρόβλεπτο, βάζοντας τέλος στα σενάρια για δυναμική αμερικανική παρέμβαση στα Ελληνοτουρκικά. Όπως λέει ο κ. Μαλλιάς, «δεν είμαι καθόλου βέβαιος (και θα ευχόμουν να βρείτε κάποιον ο οποίος να είναι) ποια θα είναι η κατάσταση στο Λευκό Οίκο και ποια θα είναι η ψυχοσύνθεση του κυρίου Τραμπ μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Συνεπώς, η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή, όπως και σε όλο τον κόσμο στη φάση αυτή, έχει πολλά πρόσωπα».
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην Αθήνα υφίσταται και μεταβατικό στάδιο μετά την αποχώρηση της πρέσβειρας Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, με τον έμπειρο επιτετραμμένο Τζος Χακ να διαχειρίζεται τις διμερείς επαφές.
