Το Αμερικανικό Χρέος των 40 τρισεκατομμυρίων δολαρίων: Δίλημμα για την Ευρώπη και Φόβοι για το Δημοσιονομικό Έλλειμμα της Ευρωζώνης

Δυτικά Προάστια Team

Η μετακύλιση του κόστους που συνεπάγεται το αμερικανικό χρέος, ύψους 40 τρισ. δολαρίων, στην ευρωπαϊκή οικονομία αναδεικνύεται σε ένα ολοένα και πιο πιθανό σενάριο για πολλούς αναλυτές. Αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο όπου οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις, η αύξηση των αμυντικών δαπανών και οι έντονες δημοσιονομικές πιέσεις διαμορφώνουν ένα νέο, πιο απαιτητικό περιβάλλον για τις διεθνείς αγορές. Το αμερικανικό δημόσιο χρέος έχει πλέον ξεπεράσει το να αποτελεί αποκλειστικά εσωτερική αμερικανική υπόθεση. Η ραγδαία αύξησή του, σε συνδυασμό με τις υψηλότερες αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα, με την Ευρώπη να βρίσκεται ανάμεσα στους κύριους αποδέκτες του αυξημένου κόστους.

Στην αρχή της πρώτης προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, το 2016, το αμερικανικό δημόσιο χρέος ανερχόταν σε λίγο λιγότερο από 20 τρισ. δολάρια. Μέσα σε περίπου μία δεκαετία, έχει διπλασιαστεί. Σύμφωνα με στοιχεία της Joint Economic Committee του αμερικανικού Κογκρέσου, το χρέος αυξάνεται με ιλιγγιώδη ρυθμό, περίπου 90.000 δολαρίων το δευτερόλεπτο, που ισοδυναμεί με σχεδόν 7,8 δισ. δολάρια καθημερινά.

Ωστόσο, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο το απόλυτο ύψος του χρέους, αλλά και το κόστος με το οποίο αυτό χρηματοδοτείται. «Αυτό που διαφοροποιείται σημαντικά σήμερα σε σχέση με πριν από μία δεκαετία είναι το επίπεδο των επιτοκίων», επισημαίνει στο BBC ο Eric Swanson, καθηγητής Οικονομικών στο University of California και πρώην ανώτερος οικονομολόγος της Federal Reserve.

Αμερικανικό χρέος: Από την Ουάσινγκτον στη Φρανκφούρτη

Οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων βρίσκονται σε υψηλά πολλών δεκαετιών. Ένα μέρος αυτής της ανόδου αποδίδεται στις ανησυχίες για τον πληθωρισμό, ενώ ένα άλλο μέρος συνδέεται άμεσα με την έκταση του αμερικανικού κρατικού δανεισμού.

Όσο οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη απόδοση για να αγοράσουν αμερικανικά ομόλογα, τόσο δυσχεραίνεται η χρηματοδότηση των ελλειμμάτων για την Ουάσινγκτον. Σε αυτό το πλαίσιο, αναδύεται και ένας νέος ανταγωνισμός για τα διαθέσιμα κεφάλαια: οι τεχνολογικές επιχειρήσεις, οι οποίες δανείζονται τεράστια ποσά για να χρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις τους στην τεχνητή νοημοσύνη, διεκδικούν τα ίδια κεφάλαια από τις αγορές.

«Όταν αυξάνονται τα επιτόκια, η χρηματοδότηση του ελλείμματος γίνεται πιο ακριβή», εξηγεί στο BBC ο οικονομολόγος Mohamed El-Erian, καθηγητής στο Wharton School.

Το κόστος εξυπηρέτησης του αμερικανικού χρέους αυξάνεται ήδη σημαντικά. Οι πληρωμές τόκων είναι περίπου 15% υψηλότερες σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο και αντιστοιχούν πλέον σχεδόν στο 20% των συνολικών φορολογικών εσόδων των ΗΠΑ, ένα ποσοστό που ξεπερνά τις αμυντικές δαπάνες, σύμφωνα με τον El-Erian.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στα αμερικανικά σύνορα. Στην παγκόσμια αγορά ομολόγων, τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα λειτουργούν ως βασικό σημείο αναφοράς για την τιμολόγηση του χρήματος. Καθώς οι αποδόσεις τους αυξάνονται, η πίεση μεταφέρεται και σε άλλες αγορές.

Το πρόβλημα για την Ευρώπη

Σύμφωνα με ανάλυση του Politico, πολλές κυβερνήσεις της ΕΕ ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με αυξημένες πιέσεις για επιβολή νέων φόρων ή για περικοπές δαπανών, την ώρα που ταυτόχρονα επιδιώκουν να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων. Οι αποδόσεις των 10ετών γερμανικών ομολόγων, που αποτελούν το βασικό σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή αγορά κρατικού χρέους, έφτασαν νωρίτερα αυτή την εβδομάδα στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011.

Παράλληλα, η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου βρέθηκε στο υψηλότερο επίπεδο εδώ και 19 χρόνια.

Η σύνδεση είναι κρίσιμη: όταν οι επενδυτές μπορούν να απαιτήσουν υψηλότερες αποδόσεις από τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, εντείνεται η πίεση και στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να προσφέρουν ανταγωνιστικές αποδόσεις προκειμένου να προσελκύσουν κεφάλαια.

Με απλά λόγια, η αύξηση του κόστους δανεισμού στις ΗΠΑ μπορεί να μεταφραστεί σε ακριβότερο χρήμα και για την Ευρώπη.

Ο ευρωπαϊκός δημοσιονομικός πονοκέφαλος

Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία για την Ευρώπη.

Το συνολικό δημόσιο χρέος της Ευρωζώνης έχει αυξηθεί από περίπου 66% του ΑΕΠ το 2007 σε σχεδόν 88% τα τελευταία χρόνια, και σύμφωνα με τις προβλέψεις της Κομισιόν, η ανοδική τάση αναμένεται να συνεχιστεί βραχυπρόθεσμα.

Ταυτόχρονα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες, να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις των γεωπολιτικών συγκρούσεων και να χρηματοδοτήσουν τις απαραίτητες επενδύσεις για την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.

Οι κυβερνήσεις ενδέχεται να βρεθούν μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: περισσότεροι φόροι, περικοπές δαπανών ή μεγαλύτερα ελλείμματα, οδηγώντας ενδεχομένως σε ακόμη μεγαλύτερο χρέος.

Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στη Γαλλία, όπου το υψηλό δημόσιο χρέος και τα δημοσιονομικά ελλείμματα έχουν ήδη προκαλέσει έντονη πολιτική αντιπαράθεση.

Η περίπτωση Ελλάδας, Γαλλίας και οι εκλογές

Η αύξηση των αποδόσεων των γαλλικών ομολόγων παρέχει ένα νέο πολιτικό όπλο στην ακροδεξιά. Η Μαρίν Λεπέν έχει ήδη χαρακτηρίσει την εξέλιξη ως «αδυσώπητο λογαριασμό» για μια δεκαετία διακυβέρνησης του Εμανουέλ Μακρόν.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα ενόψει του 2027, μιας χρονιάς όπου μια σειρά από ευρωπαϊκές χώρες αναμένεται να βρεθούν σε εκλογικό κύκλο. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, ενώ κάλπες αναμένονται επίσης σε άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.

Η δημοσιονομική πολιτική, επομένως, παύει να είναι απλώς θέμα οικονομικών αριθμών και μετατρέπεται σε κεντρικό πολιτικό μέτωπο.

Η κατάσταση στις ΗΠΑ, πάντως, δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε κρίση χρέους. Η αμερικανική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται, παράγοντας καθοριστικός. Η οικονομική ανάπτυξη αυξάνει τα φορολογικά έσοδα και, κατά συνέπεια, διευκολύνει την εξυπηρέτηση του χρέους.

Όσο η ανάπτυξη παραμένει ισχυρή, το πρόβλημα μπορεί να παραμένει διαχειρίσιμο. Εάν, ωστόσο, η ανάπτυξη επιβραδυνθεί σημαντικά, η εικόνα αλλάζει. Σε αυτή την περίπτωση, η Ουάσινγκτον θα πρέπει να εξετάσει δύσκολες επιλογές: φορολογικές μεταρρυθμίσεις, περιορισμό των κρατικών δαπανών, δημοσιονομική λιτότητα ή ακόμη και πιο ριζικές λύσεις για τη διαχείριση του χρέους.

Μέχρι στιγμής, η αμερικανική κυβέρνηση έχει επιχειρήσει μια μορφή «χρηματοοικονομικής μηχανικής». Το Υπουργείο Οικονομικών παρενέβη αγοράζοντας πίσω κρατικό χρέος, με στόχο να ενισχύσει τη ζήτηση για ομόλογα και να περιορίσει το κόστος δανεισμού.

Η επίδραση, ωστόσο, αποδείχθηκε προσωρινή, καθώς οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις κινήθηκαν και πάλι ανοδικά. Παρά τις δημοσιονομικές πιέσεις, το βασικό σενάριο δεν προβλέπει επανάληψη της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους της προηγούμενης δεκαετίας.

Το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ευρωζώνης παραμένει περίπου στο μισό του αντίστοιχου αμερικανικού, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διαθέτουν πλέον θεσμικά εργαλεία που δεν υπήρχαν ή δεν ήταν επαρκώς ανεπτυγμένα κατά την κρίση κρατικού χρέους του 2010.

Διαμοιρασμός του άρθρου